Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

"Er lässt sich nicht lesen"

Χειρόφρενο.  Γνώριμη στριγκλιά απειλητική προς το στήθος και το κεφάλι
θύμισε τον καιρόν π'αγαπούσε μάλλον τα γλειφιτζούρια
και έτρεμε τα δυναμιτάκια και τις πέτρες στις πλατείες και τους δρόμους
-μονάχα τις πέτρες που δεν πετούσε εκείνη κι όσες δεν εδύνατο να προβλέψει.
Εκείνη η Άνοιξη του Δεκέμβρη ζήτησε ξανά απ' το χρόνο να γυρίσει για λίγο πίσω
να κάνει μια χορευτική στροφή γύρω απ' τον 'Ηλιο και τις νύχτες
κι εκείνος-για έναν ακόμη σύμπαντα βίο-στροβιλίστηκε γύρω απ' τον εαυτό της
και μεταμφιέστηκε ξανά σε φιγούρες εβένινες της Εύφλεκτης χαίτης
που χόρευαν μεταξύ τους πανομοιότυπες σ'ένα κύκλο γύρω απ' τις τέσσερις ρόδες.
Ελεύθερες λικνίζονται τώρα οι κοφτές ανάσες απ' τα κάγκελα του κορμιού
αντανακλώντας τώρα με ορμή τα τρομοκρατημένα της στεγνά χείλη
εκείνης που παραμέρισε διστακτικά με τα δάχτυλα τα μαλλιά απ' το πρόσωπο.
Δίπλα, στο κάθισμα του οδηγού, ξαφνικός κρότος, ξέσπασμα που γρύλισε στο στήθος
τόσο που οι πληγές κι οι μώλωπες τραβήχτηκαν αντανακλαστικά προς το παράθυρο
κι αγκαλιάστηκαν απ' τις χάλκινες τούφες που κάλυπταν ξανά τα κοκκινισμένα μάγουλα
ενώ τα εβένινα πέταλα κάλπαζαν γύρω απ' τις τέσσερις ρόδες.
Οι προσευχές δε λάμβαναν ποτέ μέρος, το σκηνικό έχει πάντοτε ένα τέλος
μα αυτό το σκηνικό δεν ήτο ανάμεσα σ'εκείνη και τις ηλεκτροφόρες μέδουσες
και κάθε τέλος αποτελούσε την αφορμή για μια πιο ανυπόφορη αρχή. Και δεν
τελείωνε και κάθε φορά τα χέρια έτρεμαν περισσότερο μπροστά στην ορμή
και οι λέξεις δεν εδύναντο ν'αποδράσουν απ' τα καταδικασμένα χείλη
-καταδικασμένα να 'ναι όμορφα, να της κοστίζουν κάτι παραπάνω-
και τα γόνατα ήσαν κρύα και πληγωμένα μ'ερυθρές ρωγμές, λαβωμένα
κι οι σχισμές στην πλάτη και το στήθος αιμάσσουσες, πορφυρά κεριά που έλιωναν
κι έφταναν ως τα γυμνά πόδια και τα πάγωναν κι ήτο τέλη χειμώνα η πλάνη και

οι δυο πόλεις που επροβάλλοντo κάτω απ' τα χάλκινα φίλτατα ερπετά
δήλωναν κρυσταλλωμένες με τα νυχτερινά τους φώτα να τρεμοπαίζουν και να
αστράφτουν αποπροσανατολισμένες απ' την ανιαρή υγρασία, την παγερή υπνηλία
και τα φεγγαροφώτιστα σοκάκια που ενεπλάκησαν μεταξύ τους και σχημάτισαν
μουτζουρωμένες λευκές κόλλες με νερομπογιές-φλογομπογιές, ολοκάθαρα-
στην ντουλάπα του δωματίου μικρού παιδιού με μαγικά πινέλα-μαγεία, πάντοτε η μαγεία
ότε ελάμβανε μέρος, υπολόγιζε στην αγνότητα και την αθωότητα του δέρματος της Άνοιξης. 
Δεν εδύνατο να δραπετεύσει, τούτο να κρατήσετε καλά κάπου στο κεφάλι σας
όταν την κατηγορείτε για τις απροσεξίες και τις επιπολαιότητες της παρόρμησής της
τις απερισκεψίες και τις αδέξιες κι ακατανόητες συλλαβές της, συλλάβετέ τη-μ'επιείκεια.
Η φωνή είχε αυξηθεί, είχε υψωθεί στο έπακρο λόγω της αδιαφορίας που εκλάμβανε-ναι,
ούτω τη μετέφραζε, ούτω την εξέταζε την αλληγορία των αισθήσεών της,
των άγριων αλόγων που δεν εδύνατο να ελευθερώσει απ' τα χαλινάρια-
ενώ τα εβένινα πέλματα κάλπαζαν γύρω απ' τις τέσσερις ρόδες.
Τότε, τη στιγμή που τα βρόμικα χείλη εκτόξευαν αμυδρές σπίθες-αμυδρές, μπροστά
στη δική της φλεγόμενη φύση, αμυδρές και μηδαμινές-κι οι φράσεις έβγαιναν με βία
σπασμωδικές και εξαναγκασμένες, με μια ροή απρόσεκτη και ελαττωματική,
με έναν ειρμό ανεπαρκή και αμφίβολα προσεγμένο, 
οι χαίτες του ερέβους γύρω απ' τις τέσσερις ρόδες, τα εβένινα περήφανα πέλματα,
μεταμορφώθηκαν σε φλεγόμενα πορτοκαλιά θηρία με το εβένινο στοιχείο τους
να αντανακλάται επιβλητικά στα πελώρια μάτια τους, τις σκοτεινές κλειδαριές
κι άρχισαν να τρέχουν μανιωδώς, με μια εξαιρετικά θαυμαστή ψύχωση
για απελευθέρωση-σαν να την κατείχαν ήδη την ελευθερία, σαν να την κυριαρχούσαν
εκείνα τώρα, σαν να 'ταν αυτή φυλακισμένη μορφή, η Ελευθερία, κι είχαν τα θεριά αυτά
την υπόσταση της ιδέας της για την οποία διψούσε η ίδια τώρα, η Ελευθερία
διψούσε πια για τα φλεγόμενα στοιχειά που τα στερούταν, διότι κάποια άλλα
γκρίζα κι ανιαρά ανθρωπόμορφα και μη τέρατα την είχαν φυλακίσει μακριά τους
την είχαν μάθει να ζει δίχως αυτά, μα εκείνη τα νοσταλγούσε και θλιβόταν
περί της σκέψεώς τους και τα ζητούσε και τα έψαχνε.
Η αφήγηση έχει αλλάξει χαρακτήρα, μα και προσωπικότητα, όπως είχε αλλάξει
κι εκείνη τη στιγμή που περιγράφεται και δεν ήτο πια η Άνοιξη του Δεκέμβρη,
μα ήτο ο Χειμώνας ο ίδιος ο παγερός με τα ολοδικά του ξεχωριστά χειμερινά και
φλεγόμενα ηφαίστεια και έμοιαζε η πλάνη με προσευχή που 'χε πραγματοποιηθεί
μα δεν δύναμαι ακόμη στη ζωή μου να ξεχωρίσω εάν στη ζωή της η Άνοιξη αυτή έχει
κατανοήσει και ξεχωρίσει μες στο κεφάλι της εάν προσεύχεται σε κάτι Θείο ή σε κάτι
Διαβολικό, μα όπως και να 'χει, η πόρτα άνοιξε και το κεφάλι δεν ακούμπησε ούτε λεπτό
το τζάμι-διότι η παραμικρή επαφή θύμιζε απειλή προς την αταραξία του συστήματος,
λόγω της προηγουμένης νύχτας που του 'χε αφήσει μια υφή εύθραυστης φύσεως. Και
η πόρτα άνοιξε κι εκείνη πήρε αγκαλιά την Άνοιξη και την τράβηξε προς τα έξω και
τα θεριά είχαν βγάλει φτερά μα δεν πετούσαν ακόμη, τις περίμεναν και τις δυο
για να φύγουν για πάντα, για πάντα, για πάντα και να μην ξαναγυρίσουν ποτέ
στη χώρα αυτή των καταδικασμένων στην αιώνια ανία ψυχών που έκαναν
τις χορδές της λογικής της-της τρελογικής της, θα λέγατε-να τρεμοπαίζουν και να
απελευθερώνουν αθόρυβες ακατανόητες και διακεκομμένες κραυγές, περιφρονημένα
άλικα ουρλιαχτά και στριγκλιές που έχουν υφή, τραχιά και σαν από πέτρα.
Εκεί που τα εβένινα φλεγόμενα πέλματα κάλπαζαν, λοιπόν,
γύρω απ' τις τέσσερις ρόδες του οχήματος, η φωνή είχε πάψει, αν και τα χείλη
ακόμη κινούνταν και τα βρομερά σκουριασμένα δόντια ακόμη έβγαζαν χολή
και έφτυναν προς το μέρος των δύο αγκαλιασμένων τρελογικών ανθών,
το βλέμμα της εύφλεκτης, της μεσαίας, εκείνης που τύλιγε την Άνοιξη στα λιγνά της χέρια,
καρφώθηκε απάνω σε κάτι γελοία και περίεργα ποστ-χαρτάκια μπλε και κίτρινα
που ένα-ένα είχαν εμφανιστεί κι ήσαν κολλημένα στο τιμόνι, στα τζάμια, στο χαλάκι,
στο πρόσωπο της φωνής, στα χέρια της φωνής, στα μπούτια της φωνής,
κάποια έπεφταν απ' τον ουρανό και άγγιζαν την τσιμεντένια, υγρή άσφαλτο
και κάποια άλλα τα 'παιρνε ο άνεμος και περνούσαν μπροστά απ' το πρόσωπό της.
Τα αισθάνθηκε μόλις την άγγιξαν και, δίχως να τους ρίξει βλέμμα, είδε πως ήσαν
όλα γεμάτα με τα δικά της ερωτηματικά τα ανυπόφορα
τις δικές της αιώνιες κι αναρίθμητες απορίες, τα ερωτήματα, τις ακατανόητες
αυτές ερωτήσεις που δεν εδύνατο να διακρίνει ποτέ της την απάντησή τους
μονάχα με το χρόνο, πού και πού, εμφανιζόταν μια ή δυο σε γρίφους άλυτους
και δυσνόητους και, κάθε φορά που κατόρθωνε έπειτα από όσα υπέφερε να λύσει κι έναν
απ' αυτούς και να οδηγηθεί σε μια απάντηση-τις μισούσε τις απαντήσεις περισσότερο από τα ερωτήματα-το σύστημα μεταβαλλόταν κι αυξανόταν,
το κεφάλι υψωνόταν και η όψη της ζωής της άλλαζε ριζικά γύρω της και
καινούριοι δαίμονες για να στοχαστεί γεννιόντουσαν και νέα θηρία κατακάθιζαν
στο κορμί της και εγένετο η ίδια ακόμη πιο ακατανόητη και αδέξια και απερίσκεπτη
και, κυριότερα, η αλληγορία έπαιρνε άλλη τροπή και τα πάντα εγένοντο ακόμη πιο
ανυπόφορα και δεν είχε άλλη λύση παρά να οδηγηθεί ενστικτωδώς στην απάθεια,
την αδιαφορία και, προπάντων, την αναλγησία. Η αφήγησις έχει χάσει το δρόμο της.
Ο δρόμος χάθηκε περί της αφηγήσεως. Ο δρόμος έχει χάσει την αφήγησίν του. Η αφήγησις χάθηκε περί του δρόμου. Αισθάνομαι χαμένη στον δρόμο μιας χαμένης αφηγήσεως.
Κενό μνήμης.
Δεν δύναμαι να θυμηθώ εάν εκείνες ανέβηκαν αμφότερες απάνω στα φτερωτά θεριά.
Ούτε εάν η Εύφλεκτη διάβασε έστω και ένα ποστ-χαρτάκι.
Κενό μνήμης, να με συγχωρείτε.
Πάντως, μισώ τα ποστ-χαρτάκια.
Πάντως, εγώ δεν επιθυμώ τα φτερά, διότι δεν θέλω να πετώ.
Πάντως, κενό μνήμης, να τη συγχωρείτε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου