Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Ο γιος του Θανάτου - ένα ηλίθιο κείμενο

                                                                                                              Ημέρα δύσκολη, έτος ασήμαντο
                                                                                                                                          Στην πόλη μου

Καλησπέρα. Ονομάζομαι Παντέρημος.

Είμαι μόνος,

Εισαγωγή ματαιόδοξη. Δεν θέλω να είμαι πια. Και αυτό το λέω επειδή σήμερα ξύπνησα νωρίς το πρωί για να δω τον ήλιο. Ποτέ κανείς μόνος δεν τολμά να δει τον ήλιο αν δεν ελπίζει να ξεσκίσει την μοναξιά του με τις δολοφόνες ηλιαχτίδες. Το φως διαπερνά τους μόνους και τους πληγώνει περισσότερο από την ανάμνηση. Είμαι μόνος εδώ και αρκετό καιρό, απ' όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Η μάνα μου μού 'δωσε το όνομα του προπάππου μου που είναι νεκρός. Δεν μου το 'δωσε για τη μνήμη του. Μήτε γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να τον θυμάται. Μου το 'δωσε μονάχα επειδή είναι νεκρός. Νεκρός σαν εμένα όταν γεννήθηκα. Αυτό το γράμμα θα είναι πιο ελπιδοφόρο απ' όσο δείχνει.

Παράγραφος τελευταία. Γεννήθηκα μόνος και νεκρός. Το δέρμα μου ήταν ζαρωμένο και στα χέρια μου είχα ρυτίδες. Η μάνα μου με παράτησε για κάποιον μεγαλύτερο από εμένα. Η μάνα μου ήταν πουτάνα και με άφησε. Ο μόνος μεγαλύτερος από εμένα είναι ο Θάνατος, γιατί εγώ είμαι παιδί του. Σαν να λέμε δηλαδή πως η μάνα μου με άφησε για τον πατέρα μου, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ο πατέρας μου δεν έφυγε ποτέ από το πλάι μου και της το κρατούσε κρυφό πως με επισκεπτόταν. Ήθελε να γνωρίζει τα πάντα για 'μένα και με είχε από κοντά για να 'ναι βέβαιος πως θα πεθαίνω καλά. Όλους τους φίλους που γνώριζα ήθελε να τους γνωρίζει κι εκείνος. Ο παιδικός μου κολλητός τον φοβόταν πάντα, γιατί είχε εφιάλτες τις νύχτες πως βαδίζουν μαζί σε μια γέφυρα. Ο πατέρας μου όταν το έμαθε τον πιάσαν τα κλάματα και ψάχνοντας συγχώρεση τον αγκάλιασε και τον πήρε μακριά μου. Η πρώτη μου κοπέλα ήταν η Νεφέλη. Την φίλησα στο στόμα στον κήπο του σπιτιού της. Ο πατέρας μου άνοιξε το καλό κρασί όταν το έμαθε και την κάλεσε σπίτι να της κάνουμε το τραπέζι. Ήθελε να τη γνωρίσει γι' αυτό και την πήρε κι αυτή μαζί του.

Παράγραφος ρομαντική. Όλες οι κοπέλες έφευγαν από κοντά μου, γιατί ο πατέρας μου άθελά του τις έπαιρνε μακριά μου. Εγώ ήξερα πως οι μπαμπάδες είναι έτσι και δεν γκρίνιαζα πολύ. Άλλωστε η μάνα μου ήταν πουτάνα και δεν μπορούσα να στηριχτώ σε κάποιον άλλο. Ήταν ο μόνος που μου είχε απομείνει. Όταν ενηλικιώθηκα και το δέρμα μου άρχισε να σκουραίνει από την αποσύνθεση, γνώρισα τη Μυρτώ. Η Μυρτώ ήταν όμορφη και είχε πλεξούδες τα μαλλιά. Τα είχε βαμμένα ροζ και φορούσε μαγικά γυαλιά για να με βλέπει λιγότερο μόνο. Την αγάπησα τη Μυρτώ. Με φιλούσε και έκανε το δέρμα μου ροδαλό και ζεστό. Τα δόντια μου σταμάτησαν να πέφτουν και φύτρωναν νέα πιο γερά. Μπορούσα μάλιστα και να την κοιτάξω χωρίς τα γυαλιά μου. Εκείνη όμως όχι χωρίς τα δικά της. Εκείνη την περίοδο μου ήμουν με τη Μυρτώ, ο πατέρας μου είχε αρχίσει να απομακρύνεται από τη ζωή μου. Εγώ νόμιζα πως δεν με ήθελε πια γιατί τον είχα προδώσει. Όμως τελικά αποδείχθηκε πως εγώ τον έδιωχνα μακριά με την αγάπη μου για τη Μυρτώ. Η Μυρτώ έλεγε πως δεν είναι καιρός για να ζω με τον πατέρα μου. Πως όλα τα παιδιά πρώτα ζουν κι αγαπούν κι έπειτα γίνονται εξαρτημένα από τον πατέρα τους. Εγώ αυτό δεν το 'χα ξανακούσει. Για τη Μυρτώ έγραφα ποιήματα και έπλαθα εικόνες με το μυαλό μου πριν κοιμηθώ, αλλά και κατά τη διάρκεια της μέρας. Εκείνη τα 'λεγε όνειρα. Εγώ απλά εικόνες.

Παράγραφος τολμηρή. Ο πατέρας μου μου έστειλε γράμμα πως ήθελε να γνωρίσει τη Μυρτώ. Από τη γραφή του φαινόταν εκνευρισμένος και ανήσυχος. Είχε αρχίσει να νιώθει πως τον αντικαθιστώ. Κι εγώ το ίδιο ένιωθα, αλλά δε φαντάστηκα πως ήταν κακό. Η Μυρτώ όμως δεν ήθελε να τον γνωρίσει. Έλεγε "ποτέ". Έλεγε πως εμείς θα ζήσουμε για πάντα. Και πως αν εγώ ήθελα να μείνω μαζί του, εκείνη δεν θα ερχόταν να με βρει. Έλεγε πως ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και να ελευθερώσει τη Ζωή. Ζωή λέγαν τη μητέρα της που ήταν κατάδικη σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Είχε βάλει στόχο ζωής να τη βρει και να την φυγαδεύσει και να τη γνωρίσει σε όλους. Έλεγε πως η μητέρα της έκανε έρωτα με πάθος και πως όλοι την ήθελαν. Ήθελε να την εκθέσει παντού. Τότε κατάλαβα πως δεν ήταν μόνο η δική μου μητέρα πουτάνα. Η Μυρτώ το πήρε πολύ στραβά αυτό και με άφησε. Είπε πως θα φύγει να παλέψει για τους ανθρώπους. Εγώ δεν ήξερα κανέναν άνθρωπο εκτός από εκείνη. Γιατί όσους γνώριζα ο πατέρας μου είχε τον ενθουσιασμό να τους ελέγξει για μένα. Και τους έπαιρνε μακριά μου. Η Μυρτώ ήταν η μόνη που δεν ενδιαφέρθηκε να του συστηθεί.

Ανάσα για μια σκληρή παράγραφο που φοβάμαι να γράψω. Ο μπαμπάς μού έβαλε λόγια για τη συμπεριφορά της Μυρτούς. Έλεγε πως με απατά και πως ήταν δικαιολογία η στάση της για να φύγει μακριά μου μαζί με τον εραστή της. Εγώ τον εμπιστεύτηκα γιατί ήταν πάντοτε στο πλάι μου. Γι' αυτό και πήγα απ' το σπίτι της ένα βράδυ και την περίμενα στο κεφαλόσκαλο. Όταν πια έφτασε, ήταν αργά τη νύχτα και εκείνη ήταν μεθυσμένη. Η Μυρτώ δεν έπινε ποτέ, όμως είχε τα γονίδια της μητέρας της και συχνά ήταν μεθυσμένη από το πουθενά. Αυτό το είχα ερωτευτεί σε εκείνη, όμως τώρα πια δεν το άντεχα. Την πλησίασα και την χτύπησα στο κεφάλι με ένα ξύλο. Ο πατέρας μου είπε πως η συνάντηση με εκείνη ήταν νίκη αξιοσημείωτη και πως άξιζε να το γιορτάσουμε. Μου το έγραψε σε ένα γράμμα που έλεγε επίσης πως με συγχωρεί για την προδωσία μου απέναντί του και πως ήρθε καιρός ν'ανταμώσουμε και να μου κάνει κι εμένα το τραπέζι. Εγώ αφού είχα χάσει τη Μυρτώ, είχα χάσει ξανά και το χρώμα μου, μαζί με τα δόντια και την όρασή μου.

Παράγραφος. Έβαλα το καλό μου κουστούμι και αγόρασα μερικά γλυκά για να μην πάω στο τραπέζι με άδεια χέρια. Αποφάσισα να μην πάρω το αυτοκίνητο και να περπατήσω μέχρι το σημείο που θα αντάμωνα με τον πατέρα. Στο δρόμο όμως με συνάντησε ένα παλιό πρόσωπο που με είχε προδώσει εξ αρχής και με είχε καταδικάσει να είμαι νεκρός και μόνος. Ήταν η μητέρα μου. Βέβαια ήταν αρκετά διαφορετική από την τελευταία φορά που την είχα δει. Δεν μου φαινόταν καθόλου πουτάνα. Ήταν γλυκιά και πολύ όμορφη. Ήταν πιο όμορφη από τη Μυρτώ μου. Με πλησίασε και πήγε να με αγκαλιάσει, όμως δεν την άφησα γιατί μόνο η Μυρτώ μου ήθελα να με αγκαλιάσει. Μου είπε να φύγω, μου είπε να τρέξω. Μου είπε να αφήσω τον πατέρα μου στη λήθη και να εκπληρώσω το πεπρωμένο που είχα κλέψει από έναν άγγελο και που τώρα πια ήταν δικό μου. Είπε πως όταν σκοτώνεις έναν άγγελο το πεπρωμένο του γίνεται δικό σου. Τη ρώτησα ποιος ήταν αυτός ο άγγελος και εκείνη έβαλε το χέρι της στην καρδιά μου, εκεί που θα ήταν δηλαδή αν δεν είχε ήδη σαπίσει από καιρό.

Ήθελα πολύ τελικά να σας γράψω ψέματα πως όλα πήγαν καλά για την αληθινή αυτή ιστορία, πως ο άγγελος ήταν η Μυρτώ, που ήταν δηλαδή, και πως η πλέον αποστολή μου θα ήταν να απομυθοποιήσω τον τύραννο πατέρα μου και να τρέξω να ελευθερώσω τη Ζωή. Όμως μετά η μάνα μου μου αποκάλυψε πως εκείνη ήταν η Ζωή τελικά και πως είχε στείλει την Μυρτώ σαν αγγελική της κόρη να τη σώσει από τη φυλακή της και εγώ έβαλα τα γέλια επειδή τόσο καιρό πηδούσα την αδερφή μου. Γι' αυτό και γέλασα όσο πιο δυνατά μπορούσα μες στα μούτρα της, πήρα το σάπιο τομάρι μου με τα γέρικα μου χέρια και τις ρυτίδες και πήρα το πρώτο πλοίο για να φύγω για τα νησιά. Και έμαθα πως ούτε η Ζωή η ίδια η πουτάνα δεν ξέρει το νόημα της ΖΩΗΣ και πως εγώ το βρήκα στις παραλίες που άραζα με τα σκυλιά που γνώρισα και τους ομοφυλόφιλους, όχι στον πόλεμο και τον αγώνα της ψευδαίσθησης. Έπειτα έγραφα άρθρα σε εφημερίδες καταγγέλοντας τη Ζωή ως προπαγανδίστρια και προβοκατόρισσα γιατί παρουσίαζε τον εαυτό της ως το ύψιστο αγαθό που πρέπει να ελευθερωθεί και με έκλεισαν στο τρελοκομείο.

Παράγραφος!!!!!! Αυτό το γράμμα κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει. Και θα τελειώσει ελπιδοφόροα όπως σας υποσχέθηκα. Αν εγώ, ο γιος του Θανάτου, κατάφερα να ζήσω περισσότερο από την ίδια τη Ζωή, τότε φαντάσου τι μπορείς να κάνεις εσύ, πουστόπαιδο.

                                                                                                   Αποφώνηση αιμομικτική,
                                                                                                                    
                                                                                                                            Παντυ.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Θυμάμαι πως δεν ξεχνώ

Όταν είμαι χαρούμενη και ήρεμη δεν γράφω.
Όμως η μικρή συγγραφέας μέσα μου πάντοτε έχει την ανάγκη να υπάρχει.
Και πάντοτε θα υπάρχει.
Και αυτή θεωρώ πως είναι η κρυφή κατάρα κάθε συγγραφέα και ποιητή.
Πως πάντοτε επιστρέφει στη θλίψη.
Όμως τώρα πια δεν φοβάμαι-έχω παλέψει και έχω νικήσει το φόβο.
Είμαι πια συνοδοιπόρος με τους δαίμονες που έχω αποδεχτεί μέσα μου.
Κρατάω τα ινία του εαυτού μου και τους δίνω όση τροφή τους χρειάζεται για να ανασαίνουν.
Δεν θέλω να τους χάσω.
Κάνουν τη θλίψη μου πιο υποφερτή.
Και το φως μου ν'αξίζει όλα τα σκοτάδια του κόσμου.
Τους τρέφω για χάρη της ισορροπίας του μυαλού μου.
Και δεν θα τους απαρνηθώ ποτέ ξανά.
Αν ποτέ έρθουν και με εκτοπίσουν θα είναι επειδή εγώ το επέλεξα.
Αυτό να ξέρετε όσοι με ξέρετε.
Και όσοι με αγαπάτε και με ανέχεστε.
Δεν θα είμαι ποτέ θύμα-γι' αυτό να μη με λυπηθείτε.
Να είστε αυστηροί μαζί μου-γιατί
Αφού βρήκα τέτοιον παράδεισο
Την κόλαση που θα 'ρθει θα την έχω ευχηθεί.
Γι' αυτό να μην σας ξεγελάσω ποτέ!-διότι έχω όμορφο χαμόγελο
Είτε με δαίμονες, είτε με τους αγγέλους μου.
Όσες άγκυρες είχα τις κατέστρεψα.
Δεν αγκυροβολώ μήτε στο μαύρο, μήτε στο λευκό.
Τηλεμεταφέρομαι, χορεύω και γλιστράω.
Είμαι παντού, είμαι εκεί, είμαι εδώ.
Αφήνομαι στην αγάπη-ποτέ ξανά μίσος.
Η αγάπη άλλωστε έχει το πιο αυθεντικό φως μέσα της
Και σκοτάδι μαζί.
Συχνά ονειρεύομαι να αφήνω το σκοτάδι μου και να μένω στην αγάπη
Εκείνη του ήλιου και του λευκού.
Όμως έχω την αίσθηση πως το να 'χω μια θέση για το σκοτάδι μου
Την κρατάει ζωντανή και δυνατή και δεν την επαναπαύει.
Πρέπει να αποδεχτώ όσα είμαι για να την αξίζω.
Δεν με διάλεξε άλλωστε για να μην είμαι εγώ.
Άσε που για να ζήσω στο φως πρέπει να αναγνωρίζω το σκοτάδι.
Διότι αν θέλω να παλέψω να με σώσω πρέπει να ξέρω τον εχθρό μου.
Είναι λοιπόν και σωτήρας και διάβολος ο εαυτός μου.
Και με αυτόν θα πορευτώ μέχρι το τέλος.

Θλίψη και των σκέψεων ταξίδι μου,
Εις το επανιδείν. 

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Όχι πια έρωτες -

Γιατί κανείς δεν αφήνεται πια
Γιατί όλοι οι φίλοι μου έχουν πληγωθεί και δεν εμπιστεύονται πια
Και όσοι δεν είναι φίλοι μου, φοβούνται να γίνουν και τους φοβάμαι και εγώ
Γιατί έχει έρθει κακοκαιρία και δεν θέλουμε να βγαίνουμε έξω
Όχι ότι μας ενοχλεί ο καιρός, δηλαδή, αλλά, να, είναι μια καλή δικαιολογία
Να μείνουμε σπίτι, να λιώσουμε σε μια σειρά που θα μας κάνει να ξεχάσουμε
Να φάμε λίγο σάπιο φαγητό
Να μην ακούσουμε μουσική, γιατί στο ραντεβού με τα συναισθήματά μας δεν πήγαμε ποτέ
Και δεν θέλουμε να ξέρουμε κιόλας
Να ψευτομιλήσουμε με κάποιον στο φέισμπουκ
Να ρωτήσουμε τον κολλητό τι κάνει, πώς είναι, να στείλουμε μια αστεία εικόνα
Να μας πει ε, εδώ μωρέ, καλά
Γιατί όλα συμβαίνουν και είναι και αυτός σκατά
Και να μην λέμε τίποτα ουσιαστικό
Όχι πια έρωτες

Γιατί δεν δίνουμε χρόνο να γνωρίσουμε τον άλλο
Γιατί έχει χαθεί η μαγεία μέσα απ' τα χέρια μας τα παιδικά που μάτωσαν
Και ξεπλένουμε αυτά τα χέρια στους πιο βρώμικους νιπτήρες και περιμένουμε
Να έρθει κάτι όμορφο και μαγικό να μας σκουπίσει τα χέρια
Να έρθει κάτι που θα μείνει αλλά κυρίως
Κάτι που εμείς οι ίδιοι δεν θα θέλουμε να διώξουμε
Ή να φύγουμε μακριά από αυτό, γιατί η αλήθεια είναι
Ότι δεν αντέχουμε και μισούμε
Τον εαυτό μας
Και κάθε φορά που ξανανιώθουμε -επειδή κάποτε νιώσαμε-
Βλέπουμε τον εαυτό μας να πληγώνεται και να θρυμματίζεται ξανά
Μπροστά στα μάτια μας, γι αυτό τα κρατάμε κλειστά
Όταν μας σκουπίζουν τα χέρια
Και δεν βλέπουμε ποτέ πια την αγάπη, απλώς την αφήνουμε να μας σκουπίσει τα χέρια
Και έπειτα ματώνουμε τα δικά της και φεύγουμε
Με καινούρια, ολοκάθαρα χέρια
Και τα ακουμπάμε στους τοίχους μας, στα μαξιλάρια, στα πληκτρολόγια
Και οι τοίχοι πέφτουν, τα μαξιλάρια φουσκώνουν με όνειρα-θεριά
Και τα πληκτρολόγια μας γεμίζουν με αέρα ασφυκτικό
Διοξείδιο του άνθρακα
Και δεν βλέπουμε ότι το αίμα που στάζει πια απ' τα χέρια είναι εκείνης της αγάπης
Τώρα πια
Που μας τα σκούπισε όσο είχαμε τα μάτια μας κλειστά
Και έτσι σκοτώσαμε άλλη μια ηλιαχτίδα, κι έτσι σκοτώνουμε την αγάπη
Και αυτή η αγάπη προσπαθεί να έχει ελπίδα και περιμένει
Κάποιον -όπως κι εμείς περιμέναμε κάποτε- να της σκουπίσει τα χέρια
Και υπόσχεται - υπόσχεται ότι δεν θα πληγώσει όπως πληγώθηκε
Ψάχνει μέσα της την ελπίδα, την γεννάει με όρους δικούς της
Ψάχνει στο σύμπαν και τη μουσική σημάδια να της δείξουν
Πως δεν πέθανε ο έρωτας και η αθωότητα
Και έρχεται η στιγμή που φθάνει κάποιος
Και βρίσκει τον εαυτό της παγωμένο και λειψό
Και δεν του δείχνει τα χέρια - ούτε και εκείνος τα δικά του
Και έτσι μαθαίνουμε σιγά σιγά να είμαστε μαζί χωρίς να κρατάμε χέρια
Να κάνουμε σεξ χωρίς να φιλιόμαστε
Και να βλέπουμε ταινίες χωρίς να είμαστε αγκαλιά
Να περπατάμε στο δρόμο και να κοιτάμε ευθεία - ποτέ τον άλλο δίπλα μας
Και εκείνος επίσης
Και ελπίζουμε και ονειρευόμαστε αυτόν που μας πλήγωσε
Να μην το είχε κάνει ποτέ και να
Στέκεται τώρα δίπλα μας - και ο δίπλα μας αυτό έχει στο μυαλό του
Και είμαστε ο ένας η ψευδαίσθηση του άλλου
Και κάνουμε κύκλους γύρω από το παρελθόν
Και το παρελθόν χαμογελάει και εμείς δεν καταλαβαίνουμε
Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τέτοια χαμόγελα, έχουμε και καιρό να δούμε ποικιλία
Όχι πια έρωτες

Γιατί εκεί που πάω να αφεθώ, γυρνάς πίσω ρε γαμώτο
Και δεν αφήνομαι εν τέλει και έρχομαι στο σημείο που μου 'δωσες κρυφά ραντεβού
Και εσύ δεν εμφανίζεσαι
Και μετά πάλι κενό
Και πάω ξανά να αφεθώ και έρχεσαι πάλι
Και
Πώς να σε πιστέψω;
Μπορεί να είσαι και στο μυαλό μου - δεν πιστεύω κι εμένα δηλαδή
Κι εσύ ρε παιδί μου
Σταμάτα να γυρνάς ή σταμάτα να φεύγεις
Γιατί μου καθαρίζουν κι εμένα τα χέρια και έχω τα μάτια μου κλειστά
Γιατί κοιμάμαι με ανθρώπους στο ίδιο κρεβάτι και τους γυρίζω την πλάτη
Γιατί θέλω να φύγω μπροστά αλλά δεν μπορώ να σε αφήσω πίσω
Αν είσαι εδώ
Και αμφιβάλλω πάντα αν έχεις φύγει όταν λείπεις
Και όταν είσαι εδώ αμφιβάλλω αν έχεις έρθει
Όχι πια έρωτες - και κυρίως

Γιατί εσύ το ζήτησες - και τι να σου αρνηθώ εγώ μωρό μου;

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Αναζητείται φως

"I never asked you for a sailboat in the yard or
that fancy dress to wear or
a ceiling made of stars
And all I got was just this broken heart from you ."

Αναζητούνται τα άλογα. Να έρθουν και να με πάρουν από εδώ που μπλέχτηκα μόνη μου. Έκανα λάθος που ήθελα να αντέξω χωρίς αυτά. Το φταίξιμο είναι όλο δικό μου. Υπάρχει ακόμα αυτό το παιδί. Έχει πάρει το μάθημά του, σταματήστε να καταδικάζετε. Ή μήπως είναι απλώς τόσο κακομαθημένο που δεν αντέχει ούτε για λίγο την αναμονή; Τα άλογα.. Τι άλλο να αναζητήσω πια στον κόσμο; Τα είχα όλα και ήθελα περισσότερα. Είχα τα άλογα και κυνηγούσα τους λύκους και τα ξωτικά. Έκανα φίλους εκεί ανάμεσα. Ενώθηκα, ταυτίστηκα, βρήκα κομμάτια μου, έχω να λέω απ' όλα αυτά που έμαθα εκεί. Όμως εγώ δεν ανήκω. Δεν ανήκω. Τους προσέγγισα, έμαθα για τη ζωή τους, για τα δάση και τα βουνά τους, τις παλιές ιστορίες τους. Έτρεξα μαζί τους, έγινα ένα με αυτούς, έγινα αρχηγός, τους καθοδήγησα και εξόρισα τον εαυτό μου. Έμαθα να ζω μέχρι και στη δική τους εξορία. Με αγάπησαν, αγάπησα κι εγώ, τους εκτιμώ και μ' εκτιμούν. Οι λύκοι και οι δράκοι και τα ξωτικά μου. Οι γοργόνες και οι νεράιδες, τα παράξενα πουλιά και τα ελεύθερα δέντρα. Και είναι εκεί για εμένα και η θέση μου κι εμένα είναι να είμαι εδώ γι αυτούς. Εδώ, όμως. Στο δικό μου εδώ. Δεν ανήκω εκεί. Ανήκω στα άλογα. Πού είναι;;; Τι είναι αυτή η πόλη; Είναι το χειρότερο δικαστήριο να ξέρω ότι μόνο εγώ έχω φταίξει, ότι δεν υπάρχει θύτης και θύμα σε αυτήν την ιστορία, υπάρχω μόνο εγώ που κινούσα τα νήματα. Είμαι η Έιπριλ και έχω επιστρέψει στα συντρίμμια. Μπορώ να κάνω μάγια, θαύματα, δείτε με. Μπορώ από ένα μικρό φυλλαράκι να γεννήσω ένα δέντρο κι από εκείνο το δέντρο ένα ολόκληρο δάσος. Μπορώ να πιάσω μια σταγόνα βροχής και να ποτίσω όλες τις πεδιάδες του κόσμου. Μπορώ χτίσω βουνά  από μια χούφτα στεγνό χώμα. Γιατί δεν μου δίνετε μια μικρή ηλιαχτίδα να φέρω πίσω τον ήλιο; Το μόνο που ζητάω, το μόνο που έχετε να κάνετε. Μια μικρή ηλιαχτίδα ζητάω από όποιον προσφέρεται. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήρθε η στιγμή που ζητάω κάτι τέτοιο από εσάς. Ποτέ δεν χρειάστηκε να το ζητήσω. Κάποτε μου ήταν τόσο εύκολο να λαμβάνω ηλιαχτίδες, διότι κάποτε ήταν όλοι παιδιά και τις προσέφεραν απλόχερα. Τώρα ο καθένας έχει τα σκοτάδια του και εγώ φοβάμαι τα σκοτάδια των άλλων. Και φοβάμαι όσους δεν είναι παιδιά. Πότε άρχισα εγώ να φοβάμαι; Πού είναι ο ήλιος μου;
Αναζητούνται τα ηλιοτρόπια.. ο ρομαντικός μου παράδεισος. Τα παιχνίδια, ο έρωτας, οι κίτρινοι μικροί μου ήλιοι. Τα έντομα, οι φίλοι μου, το ουράνιο τόξο και οι πετρούλες. Τα έχω εδώ, τα κρατάω όλα σφιχτά στο χέρι μου, αλλά δεν μπορώ, δεν μπορώ να τα δω να υπάρχουν, να γεννιούνται. Να αναγεννηθούν. Και εσύ γιατί μου υποσχέθηκες τόσα πολλά; Δεν ήξερες ότι εγώ πάντα έχω πίστη; Εσύ μου θύμισες την αγάπη που έχω μέσα μου. Το φοβόμουν. Το φοβόμουν ότι όλα αυτά τα κουτάκια που άνοιξα μέσα μου θα με γέμιζαν αγάπη, έρωτα, πάθος, ομορφιά. Και τώρα που κανείς δεν θέλει πια να εισπράξει αγάπη, τώρα που η αθωότητα και ο ρομαντισμός είναι πράγματα που οι άνθρωποι δεν αγαπούν πια, τώρα που το να είσαι παιδί είναι κάτι που δεν μοιάζει με παλιά, είναι ντροπή και ανωριμότητα, τώρα που όλοι αποφεύγουν αυτήν την αθώα αλήθεια του εαυτού τους και τη δική μου, εγώ πώς θα χειριστώ μόνη μου αυτήν την ενέργεια; Είμαι μια μπάλα ενέργειας της αγάπης, του έρωτα, της φιλίας. Και φουσκώνω και συνεχίζω να φουσκώνω και δεν θέλω να εκραγώ, γιατί πιστεύω.. Πιστεύω σε αυτήν την αγάπη και πιστεύω σε αυτούς τους ανθρώπους και πιστεύω σε αυτόν τον κόσμο. Και το μόνο που ζητάω είναι μια ηλιαχτίδα. Και το μόνο που θέλω είναι συγχώρεση από τον καιρό, από τον χρόνο. Δεν έχει υπάρξει στη ζωή μου κάτι πιο τρομακτικό απ' το να προσπαθώ να γυρίσω το χρόνο πίσω, απ' το να ζω στο παρελθόν, απ' το να γύρισα ξαφνικά σε ένα σημείο που με είχα αφήσει. Αλλά έχω αγάπη, αγάπη, δεν φτάνει; Δεν φτάνει; Δεν μπορεί.. εγώ έμαθα από τα άλογα ότι φτάνει και περισσεύει και γεμίζει τα πάντα. Δεν μπορεί να ζείτε λες και δεν φτάνει η αγάπη. Φοβάμαι ότι θα πνιγώ στην αγάπη για τους ανθρώπους. Πόσο μάλλον για τους φίλους και τους έρωτες και τα άλογα. Θέλω απλώς ένα χέρι να διαπεράσω λίγο από το φως που έχω μέσα μου. Κι έπειτα ένα άλλο χέρι. Κι ένα άλλο.
Είμαι εδώ, εδώ. Στα ηλιοτρόπια, εδώ που βρισκόμουν παιδί. Και ξεφύλλιζα τα πέταλα και βρήκα ξανά όλα τα όνειρα που κάνατε μικροί. Είναι ακόμα εδώ, μα τα βλέπω τώρα. Μην με αφήσετε μόνη με αυτήν μου την κατάρα.
Τι άλλο να κάνω σε αυτήν την πόλη εάν δεν έχω τα άλογα;

Release me.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Ταξιδεύω το εγώ μου!

     Θα σας πω τι με έκανε να εκτιναχτώ απ' την ανία και την υποτιθέμενη αυτή πραγματικότητα της "κανονικής" ζωής στην Αθήνα. Δεν σας νοιάζει; Να σας νοιάζει, ρε παιδιά. Να μας νοιάζει πρέπει, γενικά! Σνομπ τεκίλες και ναρκισσιστικό πέσιμο την κάναμε τη ζωή! Για να μην μιλήσω για τον ιδεολογικό και κομματικό φετιχισμό μας πια. Την άρρωστη ανάγκη μας να διαχωριζόμαστε, να διαφέρουμε, να ανήκουμε. Να έχουμε δίκιο και να πλακώνουμε όλα τα άλλα στην πορεία της ζωής μας, να διώχνουμε ανθρώπους για να χωρέσουν στη θέση τους τα καπρίτσια και τα ιδανικά μας, οι "ιδέες", λέμε τώρα, το "στυλάκι" και ο τρόπος ζωής μας. Ακούστε τι έχω να σας πω και να σας νοιάζει! Και να 'ρθείτε να μου μιλήσετε και να απαιτήσετε να με νοιάξει κι εμένα, να με τραβήξετε απ' το χέρι που με εκνευρίζει να με αγγίζουν γενικότερα και να μου παραμερίσετε τα μαλλιά στο πλάι - μην ξεχάσετε να δείχνετε οργισμένοι γιατί μου αξίζει λιγάκι.
     Λοιπόν, θα σας πω. "Θα κρατώ σαν ανάσα κλειδωμένη βαθιά μια ζωή που κοιμάται και βαρέθηκα πια." Στην Αθήνα είναι ο κόσμος όπου όλα συμβαίνουν, όλα πλάθονται, όλα ρυθμίζονται για τη ζ ω ή μας, όμως οι άνθρωποι περπατούν στους δρόμους και σου δίνουν την εντύπωση πως τίποτα απολύτως δεν συμβαίνει. Είναι το κέντρο της πραγματικότητας κι όμως είναι η πόλη με τις μεγαλύτερες πιθανότητες να πλάσεις και να ζήσεις σε μια ψευδαίσθηση. Και με μεγάλη επιτυχία μάλιστα. Και εγώ πάντοτε ήμουν ευερέθιστη ψυχοσύνθεση στις ψευδαισθήσεις. Κάποτε, όταν ήμουν μικρή είχα ονειρευτεί πως ήμουν γάτα. Είχα τρίχωμα και νύχια γαμψά και μια περήφανη ουρά. Όμως, αρκετά μικρή καθώς ήμουν, δεν μου είχε εξηγήσει κανείς τι σημαίνει όνειρο - πράγμα που έγινε και αργότερα, όταν ήμουν πιο μεγάλη και έπρεπε να πατώ στο έδαφος που μου όριζαν. Γι' αυτό και ακόμη και όταν ξύπνησα νόμιζα πως ήμουν γάτα. Και ένιωθα και υπέροχα μέσα στο νέο μου σώμα, διότι μου την έδινε αρκετά που δεν είχα αποφασίσει η ίδια αν θα είμαι άνθρωπος. Ήμουν γάτα λοιπόν και είχα αρχίσει να το αποδέχομαι, να το αγαπάω. Κάθε φορά που πήγαινα στον καθρέφτη, ακούστε, αστείο και απίστευτο, ενώ έβλεπα το πρόσωπό μου και τα μαλλιά μου και τους αντίχειρές μου, αντιλαμβανόμουν απόλυτα και ολοκληρωμένα, χωρίς ιδιαίτερη μελέτη και σκέψη, έτσι, αυθόρμητα και αμάσητα, πως είμαι μια γάτα.
     Ακόμη και ανάμεσα σε άλλες γάτες, ενώ εγώ διέφερα ολοκάθαρα και διακριτά, επέμενε η αντίληψή μου να με οδηγεί στο αυτόματο συμπέρασμα πως είμαι κι εγώ μια από δαύτες και πως μοιάζουμε κιόλας - πέρα απ' το γεγονός ότι εγώ ίσως να ήμουν και πιο όμορφη γάτα από τις υπόλοιπες, με πιο περήφανο τρίχωμα, κομψή ουρά και όμορφα μάτια. Μέχρι κι απ' το πιάτο τους έτρωγα και έπινα νερό με τη γλώσσα. Ήμουν και πάρα πολύ ενθουσιασμένη με αυτό μέχρι που όσο περνούσε από πάνω μου η συνήθεια και ο χρόνος, σταμάτησα να είμαι ενθουσιασμένη και άρχισα να είμαι απλά αυτό, μια γάτα. Και να σκέφτομαι σαν γάτα και να νιαουρίζω και να ξεχνάω μία μία τις λέξεις. Γρατζουνούσα όσους δεν μου άρεσαν και τριβόμουν στα πόδια αυτών που συμπαθούσα και ήθελα την προσοχή τους. Έριχνα πράγματα στο πάτωμα και έσπαγαν και σε γενικές γραμμές έκανα ό,τι ήθελα χωρίς να έχω ενοχές και ζούσα αδιαφορώντας. Όλοι γύρω μου στην αρχή το πήραν σαν αστείο, γιατί ήταν, όμως αργότερα παρατήρησα ότι άρχισαν να ανησυχούν, να διαφωνούν, να δυσανασχετούν και να προσπαθούν να με αποτρέψουν απ' τη φύση μου-νόμιζα-απ' το να είμαι δηλαδή αυτή η γάτα. Γι' αυτό και 'γω άρχισα να σπάω περισσότερα πράγματα και να είμαι μια άγρια γάτα που νιώθει παγιδευμένη και δυστυχισμένη.
     Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να συνειδητοποιώ και να παρατηρώ με ευκρίνεια τις ατέλειές μου σαν αιλουροειδές. Και αυτό που μου τράβηξε την προσοχή περισσότερο ήταν το γεγονός πως όλες οι υπόλοιπες γάτες όταν ήταν ευχαριστημένες με κάτι, γουργούριζαν, έβγαζαν αυτόν τον γαλήνιο ήχο απ' την κοιλιά τους και εξέπεμπαν αυτήν την ειρηνική αύρα που αναδείκνυε την ηρεμία και την ευχαρίστησή τους. Τι συνέβαινε όμως σε εμένα; Γιατί εγώ δεν γουργούριζα; Εξ αρχής, μιας και η αντίληψή μου είχε βουτήξει για τα καλά στο πηχτό νερό της ψευδαίσθησης και της παράνοιας, αρνιόταν να μου υποδείξει πως ίσως και να έχω κάνει λάθος και να μην είμαι γάτα τελικά και αντ' αυτού μου φύτεψε την ιδέα στο μυαλό ότι για κάποιο λόγο δεν είμαι μια ευτυχισμένη γάτα. Ότι είμαι θλιμμένη, δυστυχισμένη και υπάρχουν λόγοι που με εμποδίζουν απ' το να έχω ευχαρίστηση και κατ' επέκταση, να γουργουρίζω. Και άντε τώρα να ψάχνω εγώ, μια νεογέννητη γάτα, που θα έπρεπε κανονικά να ζει ανέμελα και μες στην αδιαφορία, τι είναι αυτό που με κάνει δυστυχισμένη και πώς θα το ανατρέψω. Πέρασαν μέρες που δεν ήθελα να φάω το φαγητό μου, που με το ζόρι έπινα το νερό μου, που δεν μου έκανε κέφι να παίξω με τα παιχνίδια μου και που ούτε διάθεση για να σπάσω κάτι μες στο σπίτι δεν είχα. Καημός, έσπαγα το κεφάλι μου και συλλογιζόμουν απ' το πρωί ως το βράδυ. Η μέρα ξημέρωνε και νύχτωνε και εγώ εκεί, στο χαλάκι της αυλής του σπιτιού, να πνίγομαι στις σκέψεις μου και να κάνω συνειρμούς, αναλύσεις και συλλογισμούς.
     Εν τω μεταξύ, οι υπόλοιπες γάτες γύρω μου είχαν αρχίσει να σαστίζουν μαζί μου. Στην αρχή, έρχονταν να μου κάνουν παρέα, να με σηκώσουν να πάμε για κυνήγι, μου έκαναν περιπαιχτικές επιθέσεις και μου έφερναν πού και πού κανένα ποντίκι ή καμιά σαύρα για να παίξω μαζί τους. Σταδιακά, όμως, ξεκίνησαν να απομακρύνονται από εμένα. Περνούσαν από δίπλα μου και ψιθύριζαν η μια στην άλλη για μένα. Με παραμέριζαν, με θεωρούσαν φρικιό, με γρατζουνούσαν επιθετικά στο κεφάλι και πηδούσαν μακριά μου. Μια μέρα, μάλιστα, ένας μεγάλος γάτος ήρθε και με έσπρωξε επιβλητικά να φύγω απ' το χαλάκι για να κάτσει εκείνος. Οι μέρες περνούσαν και εγώ ήμουν πια στο περιθώριο της αυλής και σκεφτόμουν, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν. Τι φταίει, ποια είμαι, γιατί δεν με θέλουν στις παρέες; Γιατί στο διάβολο δεν μπορώ να γουργουρίσω και εγώ; Σκεφτόμουν και έκανα ξανά και ξανά πλάνα και αναλύσεις. Μέχρι που ένα πρωινό σταμάτησα να ακούω τις γάτες. Ενώ πριν οι φωνές τους έβγαζαν νόημα μες στο κεφάλι μου, τώρα πια άκουγα ένα κλασικό νιαούρισμα που δεν μπορούσα να μεταφράσω. Αυτό ήταν, σκέφτηκα. Με είχαν διώξει για τα καλά, ήμουν εξόριστη από την κοινωνία των γατών. Δεν με ήθελα, ίσως επειδή δεν μπορούσα να γουργουρίσω, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν...
     Και έτσι, ξαφνικά και βίαια όπως γίνονται όλες οι συνειδητοποιήσεις, μια ακόμη σκέψη μου ήρθε στο μυαλό. Σκεφτόμουν! Δεν ήμουν ευτυχισμένη γάτα, επειδή εγώ σκεφτόμουν. Καθόμουν ώρες στο χαλάκι της αυλής και γρατζουνούσα σχέδια απάνω στα φύλλα και έπλαθα πορίσματα και συλλογιστικές πορείες. Ζωγράφιζα τις σκέψεις μου, τους συνειρμούς μου, ανέλυα τα όνειρά μου. Δεν ήμουν γάτα ευτυχισμένη, διότι είχα σκέψη και σκεφτόμουν! Και, ακόμη καλύτερα, δεν ήμουν καθόλου γάτα γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο! Μα, πώς μπλέχτηκα έτσι τελικά; Και γιατί; Τι θα μπορούσα να κερδίσω απ' αυτό τέλος πάντων; Χαζή δεν θα μπορούσα να θεωρήσω ότι είμαι, διότι έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου. Και λοιπόν, τι θα κέρδιζα απ' αυτό το ψυχικό βάσανο; Απορίες, απορίες, απορίες.. Είχα ζήσει σε μία ψευδαίσθηση. Τι μπορεί να σου προσφέρει αυτό; Είχα αρνηθεί την αλήθεια του κόσμου γύρω μου και κυριότερα την αλήθεια του ίδιου του εαυτού μου και την είχα αντικαταστήσει με ένα ψέμα της τότε προτιμήσεώς μου. Μια παραλήθεια. Έναν παραλογισμό. Είχα χαρίσει τον εαυτό μου στο ψέμα και την παραίσθηση, την παρερμηνεία της πραγματικότητας. Και με τι κέρδος, ρε παιδιά; Προφανώς η απάντηση δεν μου δόθηκε αμέσως. Και φυσικά δεν μου "δόθηκε", την έχτισα εγώ, την έκανα εγώ να βγάζει νόημα. Και την εμπνεύστηκα μέσα από τους άλλους. Θα σας πω, θα σας πω, μα να σας νοιάζει.
     Αργότερα τα πράγματα έγιναν αρκετά μπερδεμένα. Μεγάλωνα και πήγαινα δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο. Έμπαινα σε παρέες και έβγαινα από παρέες. Έκανα φίλους και έφευγα από φίλους ή έφευγαν αυτοί. Όμως, πέρα από αυτούς που έμεναν και έχουν μείνει, υπήρχαν πάντοτε μεγάλες ομάδες που μου θύμιζαν πως ίσως και να είμαι ακόμη γάτα. Που με έκαναν να νιώθω ότι σε κάτι υστερώ που δεν διασκεδάζω με κοινώς αποδεκτά πράγματα, που δεν βλέπω αυτή τη σειρά, που δεν ντύνομαι έτσι, που δεν είμαι σε συγκεκριμένες παρέες, που δεν ισιώνω τα μαλλιά μου, που δεν είμαι καλή στα ομαδικά αθλήματα, που δεν ξέρω κολύμπι, που κοκκινίζω εύκολα, που είμαι μπερδεμένη και απόμακρη, που δεν ξέρω να μιλάω με συγκεκριμένο τρόπο και να λέω αυτά που περιμένουν οι άλλοι να πω και να κάνω αυτά που πρέπει. Που βλέπω ακόμη παιδικά, που δεν ακούω μουσική, που θα πάρω αγκαλιά ένα σκυλί και μετά θα κοιμηθώ με αυτά τα ρούχα. Που δεν καπνίζω, δεν πίνω χόρτο και δεν έχω κάνει σεξ. Που κάνω παρέα με αγόρια, που κάνω παρέα με κορίτσια. Που χίλια δυο τέλος πάντων! Είχα γίνει άνθρωπος και είχα εισέλθει στην κοινωνία των ανθρώπων απλά και μόνο για να νιώσω ξανά πως είμαι μια ελαττωματική γάτα! Νιάου, δηλαδή, πια!
     Και δεν είναι μόνο αυτό. Έβλεπα και βλέπω ακόμη ανθρώπους να κυνηγάνε την κατάσταση αυτή που είχα αγαπήσει και εγώ όταν ήμουν γάτα. Την ψευδαίσθηση, την παραπραγματικότητα, να δίνουν πνοή σε μια ξύλινη αλήθεια μέσα από τη θρησκεία, τον αθλητισμό, τον τρόπο ζωής, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την ιδεολογία! Ο φανατισμός και η άρνηση της πραγματικότητας, η ανάγκη να ξεφύγουμε, να ζήσουμε μέσα σε κάτι άλλο, να πειστούμε ότι υπάρχει διέξοδος από αυτήν την παράνοια, την τρέλα του νέου κόσμου έγιναν η νέα μας ηρωική παιδικότητα, ένας Πινόκιο που αναγεννιόταν ξανά και ξανά με διαφορετική μορφή και υπόσταση. Ένας Πινόκιο που παλεύει να γίνει ένα αληθινό αγόρι! Και κοιτάζουμε τα παιχνίδια μας τα παιδικά και καρφώνουμε το βλέμμα μας στο στήθος τους και περιμένουμε να ανασάνουν, κάτω απ' τα παπούτσια μας έχουμε γράψει με παιδικά γράμματα "ANDY" και κουβαλάμε πτώματα πνευμάτων και ιδεών μαζί μας παντού.
     Πάλι δεν ξέρω τι λέω, είδατε πώς το χάνω τελευταία; Γι' αυτό και απευθύνομαι σε όλους σας, μπας και το βρούμε μαζί ή βοηθήσουμε να το βρει ο καθένας ξεχωριστά. Εγώ πλέον ένα πράγμα θα φοβάμαι: την ψευδαίσθηση. Και μόνο αυτό, τίποτε άλλο. Και μέσα στην ψευδαίσθηση κατατάσσω και την πολιτική και τα κομματικά ιδεώδη. Και όχι δεν είμαι αναρχική, μην σταμπάρετε παρουσίες. Δεν είμαι ιδεολόγος. Μπορώ να αποδεχτώ οποιονδήποτε έχει την ικανότητα να αποδέχεται. Οποιονδήποτε μπορεί να αποδεχτεί τους γύρω του, ανεξάρτητα. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι δεν είμαι δα και τόσο απολιτίκ. Απλώς τέτοιους ανθρώπους βρίσκω και μέσα στις ιδεολογίες. Και όχι, δεν με ενδιαφέρει να τους διώξω από μία συγκεκριμένη ή να αφοσιωθώ εγώ σε αυτήν και να μη με νοιάζει. Δεν τη θέλω. Δεν μου πάει, με δεσμεύει. Είναι πια η σύγχρονη θρησκεία. Δεν προλάβαμε καλά καλά -κι ούτε και έχει επιτευχθεί βασικά- να μην αλληλοσκοτωνόμαστε για τη μία ψευδαισθησιακή προσωπική πραγματικότητα και εφηύραμε μια άλλη. Έτσι, για να χουμε καβάτζα σε περίπτωση που ο κόσμος γιατρευτεί από τη μία. Εμφανώς, δεν εκπέμπω μίσος. Απλώς ανησυχώ και εκφράζω την δική μου προβληματική. Δεν είμαι κάθετη στον ιδεολόγο άνθρωπο. Απλώς δεν αντέχω τον κάθετο ιδεολόγο. Και τα στρατόπεδα απ' όπου κι αν προέρχονται. Εγώ είμαι άνθρωπος και συγκεκριμένα είμαι η Εβίτα-και κάτι.
     Όλοι νιώθουμε περιθωριακοί και διαφορετικοί και η κοινωνία κυλάει αυτόματα. Διότι η κοινωνία είμαστε εμείς, όλοι εμείς, και με το να είμαστε σαστισμένοι και να μπλεκόμαστε σε αναγκαίες ιδεολογίες, χάνουμε ο ένας τον άλλο. Αναγκαίες. Ομαδοποιούμαστε από ανάγκη να ανήκουμε κάπου. Και αυτό ξεκινάει διότι κατ' αρχάς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας. Και πρέπει να βρούμε τι φταίει γι αυτό και να το ξεσκίσουμε. Σαν τσακισμένοι εαυτοί, σαν πληγωμένες οντότητες που κατέχουν το αληθινό και τη ζωή. Αλλά είμαστε ε δ ώ, ρε γαμώτο. Είμαι τρελή και απολιτίκ και το κείμενο αυτό, το βλέπω και εγώ, σπάει εύκολα με μια απλοϊκή κοινωνικοπολιτική τοποθέτηση. Το ξέρω, ντάξει, δεν μπορώ να αντιτεθώ στους ρήτορες, τα λένε καλά. Εγώ όμως απευθύνομαι στο άτομο, στο παιδί, στην αλήθεια τώρα και δεν έχω αμφιβολία ότι με ακούν. Και αυτή η πεποίθηση πηγάζει από το γεγονός ότι ακούω και εγώ. Και με νοιάζει. Πού είχα μείνει; Α, ναι.
     Την έκανα από την Αθήνα για όσο χρειάζομαι, επειδή μπήκα στις σημειώσεις του κινητού μου. Και παρατήρησα πως ένα χρόνο πριν οι σημειώσεις μου έλεγαν για μοναξιά, πόνο, οργή, θυμό, αίμα και παράνοια και τώρα πια λένε για χαρτί τουαλέτας, ξυραφάκια και απορρυπαντικά. "Να θυμηθώ να μην ξεχάσω", "Να πάω εκεί να κάνω αυτό". Πού είναι η εξέλιξη; Τη μία είμαι ένας άνθρωπος στην κοινωνία των γατών, την άλλη μια γάτα στην κοινωνία των ανθρώπων και ξαφνικά είμαι μια ενήλικη υπεύθυνη ύπαρξη εθισμένη στην ρουτίνα που πάει σουπερμάρκετ και ζει μέσα στα πλαίσια; Ανησυχούσα καιρό για τον εαυτό μου, αλλά ποτέ περισσότερο απ' ό,τι όταν συνειδητοποίησα αυτό: ότι γίνομαι ένα με τον κανονιστικό ρυθμό των πάντων. Έκρηξη. Πόσο χαίρομαι που έφυγα, γιατί αυτό μου έδωσε σήμα ότι είμαι ακόμα εδώ. Ταξίδια, γαμώτο, ταξίδια, όχι τα ξίδια. Να ζούμε και να α γ α π ά μ ε χωρίς απολυτότητες και πλαίσια. Είμαστε διαφορετικοί και πρέπει να είμαστε περήφανοι γι αυτό και ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο, όχι διχασμένοι και εχθρικοί.
     Να πατήσουμε κάτω την ανασφάλεια με τη ζ ω ή. Ποιο το νόημα να απομακρύνεις ανθρώπους από εσένα επειδή δεν σου μοιάσαν; Να αγαπήσουμε σε σημείο που πληγώνουμε ο ένας τον άλλο για να σώσουμε τον έρωτα. Να τα κάνουμε όλα πουτάνα, να μάθουμε. Να κλαίμε και μετά να γελάμε. Να σπάμε πλάκα. Δεν μας κάνει χαζούς απαραίτητα η πλάκα-εγώ το πίστευα για καιρό, ήμουν δογματική σοβαρή κατά ένα ποσοστό. Και όπως λέει και η Κατερίνα "Άσκησα την όραση για μακριά κι έχασα τα κοντινά μου." Το ξέρω πως γι' άλλο λόγο θα το 'πε. Όμως εγώ τώρα επιμένω στο να αγαπήσουμε από την αρχή τα κοντινά μας, τον εαυτό, τους φίλους, τους παλιούς συμμαθητές, τους ανθρώπους στα αμφιθέατρα, στα πάρτι, στα κουτούκια, στο δρόμο. Γιατί παλεύουμε να χτίσουμε μια κοινωνία που θα μας αφήνει να ζήσουμε, και ναι, να το κάνουμε, οφείλουμε να το κάνουμε και θα τους τσακίσουμε μια μέρα, όμως εάν μέχρι τότε έχουμε ξεχάσει να αγαπάμε και να ζούμε, τι νόημα θα έχει και για πόσο θα διαρκέσει;
     Θεσσαλονίκη είμαι ακόμα. Και σκέφτομαι πως ποτέ δεν θα αντάλλασσα τη σκέψη μου για ένα γουργουρητό. Αυτά για τώρα γιατί η Λιάνα έκαψε και τα μπιφτέκια.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Ανάρτηση που ταξιδεύει στο χωροχρόνο

Αυτή είναι η πρώτη φορά που αναρτώ κάτι από το κινητό. Θα μπορούσα να γράψω στις σημειώσεις του κινητού μου, όπως κάνω τον τελευταίο καιρό, αλλά δεν χωράει τίποτα εκεί μέσα και το μυαλό μου έχει ανάγκη να αδειάσει - ούτε στα τετράδια μπορώ, διότι δεν τα έχω μαζί μου. Εδώ, λοιπόν, για να θυμάμαι αυτές τις παρορμητικές ημέρες.

Έχω φύγει. Δεν είμαι εκεί που αρμόζει να είμαι. Ξεκίνησα το έτος με θεμέλιο την ορθότητα, τη λογική, την τάξη και την οργάνωση. Και μέχρι στιγμής βαρέθηκα τη ζωή μου! Παρουσία σε όλα τα μαθήματα, τρέλα με τις σημειώσεις, εργασίες από νωρίς, ιταλικά δυο φορές την εβδομάδα, προπόνηση τέσσερις και αν δεν είμαι πτώμα άντε και καμιά βόλτα με παρέα. Ξυπνάω το αργότερο 9μιση, κοιμάμαι απ' τις 12. Τρώω πρωινό, κάνω διατροφή, κανονική ολοκληρωμένη διατροφή, είμαι πάνω στη λεπτή κλωστή της ορθότητας. Είμαι το θαύμα του κάθε γονέα, η πιο συνεσταλμένη και συγκροτημένη μορφή του εαυτού μου. Διαβάζω Πέμπτες και Κυριακές για να μην τα 'χω όλα στην εξεταστική και δεν αφήνω τίποτα για την ιερή τελευταία στιγμή. Ταΐζω τις γάτες μου δύο φορές τη μέρα και το μεσημέρι κοιμάμαι μαζί τους στον καναπέ. Αν παραλείψω κάτι, γκρινιάζουν και με επιπλήττουν, που σημαίνει ότι έχω βάλει και τις γάτες μου στο πρόγραμμα. Είμαι ένα κατόρθωμα του μπαμπά και της μαμάς, είμαι δείγμα υπερηφάνειας! Τώρα με αγαπούν όλοι και όσοι δεν με αγαπούν δεν μ'ενοχλεί. Και γω αγαπώ λίγους για να μην έχω πολλά προβλήματα.

ΑΑΑΑΑ! Μετάφραση του παραπάνω και η δική μου ερμηνεία για τον εαυτό; Έχω μπερδευτεί! Δεν ξέρω πού παν τα τέσσερα - ούτως ή άλλως, τι έκφραση είναι αυτή; Όλα λειτουργούσαν κάποτε με το συναίσθημα και πήγαν σκατά. Και τώρα έχω ριχτεί στη λογική και έχω εκμηδενίσει τις ευαισθησίες μου, τα ραντάρ της καρδιάς μου, τα άγρια άλογα και τα πράσινα λιβάδια. Γιατί δεν με έβγαζαν πουθενά και δεν άλλαξε ο κόσμος. Και έτσι καλωσόρισα τη λογική, την άτεγκτη ορθότητα, την ευθεία. Και τα πήγαινα για αρκετό καιρό μια χαρά. Οργάνωση, τάξη, γυμναστική, διάβασμα. Ο οργανισμός μου άρχισε να λειτουργεί τέλεια και γέμισα αυτοπεποίθηση. Όμως τώρα, όλη αυτήν την ενέργεια δεν έχω τι να την κάνω. Η αυτοπεποίθησή μου αρκείται στο να κοιτάζομαι στον καθρέφτη ή να ρίχνω κλεφτές ματιές στα τζάμια των αυτοκινήτων. Με αγαπάω, εντάξει. Είναι πολύ δυνατό θεμέλιο για τη ζωή. Αλλά δεν μπορώ να με κλείσω σε ένα κλουβί δικό μου για να μην τραυματιστώ. Έγινα ο προστάτης του εαυτού μου, αλλά το παράκανα λίγο. Βλέπετε, όταν αποκτάς εξουσία, είναι δύσκολο να μείνεις αυτό που είσαι. Όταν είσαι πια κηδεμόνας, επόπτης του εαυτού σου, όταν σε διακατέχει ο έλεγχος για ένα έμψυχο ον, είναι πολύ εύκολο να μετατοπιστείς. Να δεις τον εαυτό σου απ' εξω, να αισθάνεσαι απειλή. Να απομακρύνεις καθετί τοξικό, αλλά να είσαι και υπερευαίσθητος στην τοξικότητα. Να χτίζεις αυτό το κλουβί.

Δεν το θέλω τώρα. Το έσπασα. Και όχι γιατί είμαι αναποφάσιστη και δεν ξέρω τι μου γίνεται, αλλά επειδή είχε αρχίσει να με πνίγει. Ο συναισθηματικός μου μικρός εαυτός άρχισε να μου χτυπάει την πόρτα. "Δείξε ότι πληγώθηκες, κάτσε να ξεκουραστείς, διάβασε το πιο άκυρο βιβλίο και βρες κάτι μέσα του, φώναξε ΣΤΟΠ στην γαμημένη την κοινωνία που τρέχει, παραδέξου ότι ανάμεσα στους ανθρώπους για τους οποίους νοιάζεσαι υπάρχει και ένας μπάτσος, ε και, γαμώ, ε και; ξεδιπλώσου, πειραματίσου, μην είσαι απόλυτη γαμώτο, ποτέ δεν ξέρεις, δεν ξέρεις τίποτα! αγάπα, αγκάλιασε, φάε μερέντα κι ας είναι Τετάρτη, χάσε δέκα λεπτά απ' το μάθημα για να χαϊδεύσεις ένα αδέσποτο, παραδέξου ότι εκείνος υπάρχει ακόμα, μην διώχνεις αυτά που αισθάνεσαι γιατί διώχνεις κι εμένα και δεν μπορώ να ξεκολλήσω από πάνω σου ούτως ή άλλως, οπότε απλά με πληγώνεις, μου ρίχνεις σκοτάδι, άσε με να βγω!!!"

Στην Έρικα έδωσα χώρο, όπως σωστά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα βγει σε καλό και θα επέλθει ισορροπία. Το σκοτάδι μας πρέπει να το βιώσουμε και να το αγαπήσουμε, να το αποδεχτούμε. Και να του δώσουμε τα περιθώρια που κρίνουμε ότι χρειάζεται για να εξελιχθεί παράλληλα με το φως μας και με εμάς, να εκφραστεί, να μην καταπιεστεί, διότι θα εξεγερθεί. Εμείς οι ίδιοι είμαστε η μικρογραφία του κόσμου ολόκληρου. Όμως ξέχασα την Έιπριλ. Και την έκλεισα απ' έξω. Και άρχισα να νιώθω μια πίεση που προερχόταν από ένα κενό, και ήταν κενό επειδή στη θέση του θα υπήρχαν τα συναισθήματα αυτά που κρατάει στις χούφτες της εκείνη. Αυτά που με ολοκληρώνουν. Και οφείλει να έχει κι αυτή το χώρο της. Κάθε φορά ενθουσιάζομαι με τα άκρα του εαυτό μου και κατ'επέκταση της πραγματικότητας και της μη πραγματικότητας. Πρέπει να δω πιο διορατικά. Να σκίσω το δέρμα μου για να ανοίξουν τα μάτια μου περισσότερο, να επεκτείνω την περιφερειακή μου όραση. Η εξέλιξη του πνεύματος είναι σαν την ανάπτυξη του σώματος, πονάνε τα κόκκαλα κατά τη διάρκεια. Προσπαθώ να συμπτίξω το γαμημένο το νόημα σε μικρές προτάσεις, γιατί σε λίγο θα ξυπνήσει η Κορίνα και θα φύγουμε.

Εδώ είμαι λοιπόν, δεν έχω εκραγεί. Επειδή πλέον ξέρω τι χρειάζομαι σε κάθε στιγμή κρίσης. Και δεν εκρήγνυμαι πια, δεν κατακερματίζομαι. Με κρατάω σταθερά ζωντανή και ακέραια. Είμαι ακόμα εγώ! Μεγάλωσα - και δεν αναφέρομαι στα κόκκαλα. Αυξήθηκα, εξελίχθηκα, με μαθαίνω και με θυμάμαι. Αποκτώ ένστικτο και αυτοματισμό στο πώς να μου φερθώ, ένα μοτίβο που με επιλέγει κάθε φορά. Γι' αυτό και έφυγα - όχι για πάντα. Θα γυρίσω και θα ρυθμίσω ξανά την καθημερινότητα σε αυτό που απαιτείται να δώσω έμφαση: τη Ζωή μου. Τη δική μου Ζωή. Που δεν αφορά κανένα γονέα, κανένα βιβλίο, καμία ιδεολογία, κανένα κίνημα, κανένα τραύμα και παρελθόν. Την ολοδική μου Ζωή. Νιώθω, τώρα αισθάνομαι. Είμαι η Έιπριλ, η Έμιλυ, το φως και σαν Εβίτα με στηρίζω και με παρατηρώ. Έχω μέσα μου την Έσθερ και την Έρικα, τα δικά μου σκοτάδια, που πάντα έρχεται η σειρά τους. Καμία δεν θα μείνει πίσω. Όλες θα εκπληρώνονται και θα εξελίσσονται και θα Ζουν μαζί μας. Μαζί μπορούμε να ρυθμίσουμε τα χέρια να κάνουν το καλό πράξη, το καλό που αντιλαμβανόμαστε εμείς. Μαζί μόνο μπορούμε να δημιουργούμε οπτικές μέσα στις οποίες χωράει καθετί διαφορετικό. Μαζί αναιρούμε η μία την άλλη και αποφεύγουμε την απολυτότητα. Μαζί σκοτώνουμε τη μονοδιάστατη λογική και τη μιζέρια. Αυτό είναι το κοινό που μας ενώνει. Με ενώνει, ενώνομαι, είμαι μια ενωμένη οντότητα. Όσο έχω εκείνες, όσο λειτουργούμε και δρούμε μαζί, τόσο καθίσταται δυνατό να επικοινωνούμε, να κατανοούμε, να αντιλαμβανόμαστε πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους μαζί, παράλληλα με τις δικές τους οπτικές γωνίες. Είμαστε η αποδοχή η ίδια της διαφορετικότητας, είμαστε μια διαλυμένη, ανασυγκροτημένη, ξανασκορπισμένη και επανενωμένη οικογένεια. Η οικογένεια που δεν μπόρεσα να επιλέξω, όμως αγάπησα για να επιβιώσω, μέσα μου, ψυχικά, πνευματικά, φανταστικά!

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στο Βόλο. Το Σύμπαν έχει διαλυθεί σε μυριάδες κομμάτια και έχει συγκροτηθεί ξανά. Το μυαλό μου πέρασε μέσα από μία πανσέληνο και η καρδιά μου από μια ξαφνική βροχή που έφερε τον ήλιο που ξημέρωσε σήμερα. Έχω συγχρονιστεί με τον κόσμο. Έχω αγάπη και είμαι έτοιμη να πληγωθώ μέχρι τελικής πτώσεως. Είμαι πανέτοιμη και αισιόδοξη να δωθώ ολοκληρωτικά και να μην φοβάμαι την πτώση. Είμαι ξανά έτοιμη να προδωθώ από Εμένα. Από την κορυφή ως τα νύχια έχω αγάπη. Η παρόρμηση, η παιδικότητα, η επανένωση, η προσδοκία-όχι η ελπίδα, η προσδοκία-, η ανυπομονησία, το παραλήρημα, όλα έχουν την ενέργεια της αγάπης. Θέλω να ζήσω και θα το κάνω ακόμη και μέσα σε αυτόν τον καταραμμένο κόσμο. Θέλω να αγαπήσω και θα το κάνω μέσα σε αυτό το μίσος. Εγώ σε αυτήν την σφαίρα έμαθα και θέλησα ν'αγαπώ! Σε καμία άλλη δεν έχω γεννηθεί με την έννοια αυτής της ύπαρξης που μπορώ έτσι απλά να αντιληφθώ. Αυτή η Γη μου έμαθε την αγάπη. Θα υπάρχει λόγος, θα αξίζει τον κόπο. Έχω σιγουριά-όχι πίστη.

Αύριο πρωί πάω Θεσσαλονίκη. Το μόνο που μπορώ να προβλέψω είναι αυτό. Έχω λεφτά μόνο για τα εισιτήρια και έχω αφήσει όλα τα ρούχα στην Αθήνα-τις γάτες τις προσέχει ο Παύλος. Με τη Λιάνα είχαμε μια παράλληλη έκρηξη συναισθημάτων για το παρελθόν - κατά πόσο κάτι τόσο δυναμικό και διαδραστικό ορίζεται ως παρελθόν. Τότε ζούσαμε, διότι δεν σκεφτόμασταν. Ήμασταν χαζοί, ανόητοι και ανίδεοι για την επικριτική κοινωνία, ήμασταν φάλτσοι για την κατεστημένη μουσική, ήμασταν κομπάρσοι για τα κουλτουριάρικα θέατρα δρόμου! Όμως, ζούσαμε. Δεν περιμέναμε να πεθάνουμε. Δεν κλαίγαμε τη μοίρα και το θάνατό μας. Δεν αφηνόμασταν στην ανησυχία του να μεγαλώνεις, να φθείρεσαι. Δεν αρκούμασταν στο να μιζεριάζουμε και να δειλιάζουμε και να οργιζόμαστε μπροστά στη θέα της καταλυτικής καπιταλιστικής και μπλα μπλα κοινωνίας. Δεν! Ζούσαμε και είχαμε μέσα μας τη Ζωή! Και αυτό μας κατέστησε ικανούς να αλλάξουμε και να μπορούμε να αγαπήσουμε όλον τον κόσμο. Η  Α Λ Η Θ Ε Ι Α ! Η αλήθεια του να αγαπάς, να αισθάνεσαι το καλό, να συγκινείσαι στο άγγιγμα, στην ύπαρξη, στη ζωή, στο χορό, στο τραγούδι. Δεν είχαμε μέσα μας τη μιζέρια για να μας ροκανίζει τα σωθικά. Δεν χρειαζόμασταν την αγάπη για σωτηρία και την επανάσταση για αλλαγή! Είχαμε ήδη αυθεντικά και από ΦΥΣΗ, από ιδιοσυγκρασία μέσα μας την αγάπη και επαναστατούσαμε κάθε πρωί που ξυπνούσαμε. Αυτή ήταν η αλήθεια, η αληθινή εξέγερση, η πραγματική έκρηξη της ελευθερίας, η ανιδιοτελής αγάπη, η διαφορετικότητα. Αυτή ήταν, η αβίαστη, που δεν ήταν απαραίτητη η καθοδήγηση ιδεολογιών και κινηματικών βιωμάτων για να την αποκτήσουμε, για να την θελήσουμε, για να αγωνιστούμε. Είχαμε την αλήθεια και μας την κλέψανε για να μας την πουλήσουν. Κι εμείς την αγοράζουμε με την συμμετοχή μας στο πολιτικό, το στρατηγικό παραλήρημα, το ψέμα, τη δήθεν πραγματικότητα, το παιχνίδι τους. Ενώ στην πραγματικότητα όλα είναι μία απάτη, ένα σόφισμα. Διότι την αλήθεια ποτέ δεν μας την πήραν, αλλά μας έπεισαν ότι την έχουν κλέψει. Η αλήθεια δεν είναι πράγμα να το κρατήσουν. Απλά πράγματα. Η αλήθεια αυτή είναι ΕΔΩ. Τη ζήσαμε και την γνωρίζουμε καλά..

Μας έκαναν να νομίζουμε ότι γεννηθήκαμε ελαττωματικοί. Ότι είμαστε οντότητες που κάτι τους έχει κλαπεί, κάτι έμφυτα τους λείπει. Όμως όλα είναι εδώ, στη Ζωή. Και δεν θα σταματήσουν να μας πληγώνουν, αν δεν καταλάβουμε ότι μας έχουν πείσει ότι πληγωνόμαστε. Μας έχουν εκπαιδεύσει καλά να νομίζουμε ότι όταν το καμπανάκι χτυπήσει, εμείς θα νιώσουμε πόνο. Και το καμπανάκι χτυπάει και εμείς ουρλιάζουμε, αλλά στην ΑΛΗΘΕΙΑ δεν νιώθουμε κάτι που να θυμίζει πόνο. Μας έχουν αλλάξει τις έννοιες. Κι έτσι τους δίνουμε το ελεύθερο να προκαλούν πραγματικό πόνο σε ομάδες ανθρώπων και άλλες οντότητες - αφηρημένες ή και μη. Δεν ξέρω τι λεω, έχω ξεχάσει να δομώ παραγράφους πάλι για να βγαίνει το νόημα προς τα έξω, αλλά είμαι σίγουρη για αυτά που αισθάνομαι όσο γράφω αυτές τις γραμμές. Λιάνα, ναι, θα το ξαναπώ. Ήμασταν ενωμένοι και αγαπιόμασταν έτσι απλά, γιατί αυτά τα πράγματα είναι απλά στην αλήθεια μας. Και έπειτα μπήκαν στη ζωή μας οι ηθικές νοοτροπίες, τα πλαστά ιδανικά, οι κατευθυνόμενες πολιτικές, οι φιλόδοξοι στόχοι, τα κοινωνικά πρότυπα, τα στερεότυπα και οι συμπεριφορές και έγιναν οι νέες, οι ενήλικες κατινιές και μας δίχασαν. Και ενώ είμαστε ακόμη παιδιά - διότι ποτέ δεν μεγαλώνουμε πραγματικά, απλώς μαθαίνουμε το ρόλο του ενήλικα (εξίσου πλαστός κοινωνικός όρος) απ' έξω και χανόμαστε μέσα σε αυτόν-, δεν το βλέπουμε και νομίζουμε πως έχουμε αλλάξει και βιώνουμε αυτό το ανεξήγητο φάσμα με τον διπλανό μας, που δεν "ωρίμασε" όπως εμείς, όμως στην πραγματικότητα το φάσμα αυτό που δεν μπορούμε με τίποτα να εξηγήσουμε είναι απέναντι στον ίδιο μας τον παιδικό εαυτό! Αχ, τι μαλακίες λέω.

Λοιπόν, μη με παίρνετε στα σοβαρά, εδώ εγώ σήμερα ξεκίνησα να συζητάω με την Κορίνα για το αν θα πάμε Πάτρα τελικά και κατέληξα να αναρωτιέμαι αν άραγε η Μέρκελ αισάνεται ποτέ μπερδεμένη με τα προσωπικά προβλήματα και τα αφηρημένα ζητήματα που δημιουργεί το παιδί που θα κρύβει και αυτή μέσα της και γενικότερα, αφήστε το, δεν πάω καλά. Θεσσαλονίκη, λοιπόν, αύριο το πρωί. Δεν ξέρω που θα βγάλει, όμως ακολουθώ την αγάπη και είμαι έτοιμη να με τσακίσει. Συνεπώς, δεν με νοιάζει και τόσο. Σκέφτομαι ένα σωρό καταστάσεις, το μυαλό μου τρέχει τρέχει τρέχει... Δεν ξέρω πώς αισθάνομαι για το πώς οι άνθρωποι που δεν έχουν την εξουσία χειρίζονται την πολιτική, την ιδεολογία και τα κοινωνικά πρότυπα. Ούτε για το πώς εκείνοι που έχουν εξουσία και τέτοιες επίπλαστες ταμπέλες τιμής και τίτλου χειρίζονται την αγάπη, τον έρωτα και άλλα τέτοια μπερδέματα. Ο καπιταλισμός δεν αγαπάει, γι' αυτό είμαι σίγουρη, μη με περάσετε για φιλική απέναντι στο Διάβολο. Γενικά, δεν ξέρω τι γίνεται. Αλλά δεν έχω την τάση να βγάλω άκρη σε αυτό το κεφάλαιο.. Καλή μου τύχη, να προσέχω ακόμη κι αν δεν έχω το νου μου στο κακό! Φιλιά στην τρέλα.. bbbyyye!

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Εσθέτικ μάιντσετ 2½

"Ένα αλαζονικό μάθημα από εμένα, που είμαι η Δασκάλα του Διαβόλου. Κάποιοι λένε πως είμαι η Μαθήτρια, αλλά πώς ξεχωρίζεις τον Δάσκαλο απ' τον Μαθητή σε μια αέναη κυκλική πορεία αμοιβαίας μάθησης δύο σημείων; Ο Δάσκαλος μαθαίνει τον Μαθητή και ο Μαθητής ξεπερνά τον Δάσκαλο και τον μαθαίνει εκείνος. Και ο Δάσκαλος γίνεται Μαθητής και ο Μαθητής ο Δάσκαλος. Έτσι προχωράει, έτσι εξελίσσεται ο κόσμος. Ο Δάσκαλος είναι συντηρητικός και ο Μαθητής προοδευτικός. Μέχρις ότου ο Μαθητής φτάσει στο απόλυτο της προόδου του εαυτού του και γίνει Δάσκαλος συντηρητικός. Και ο Δάσκαλος αρχίσει να μαθαίνει και διευρύνει τον εαυτό του, κυνηγώντας τη νέα, τη δική του προσωπική πρόοδο. Ούτε ο Δάσκαλος είναι κακός όσο είναι συντηρητικός, ούτε ο Μαθητής όσο είναι προοδευτικός. Διότι ο κόσμος θα 'μενε στάσιμος χωρίς αυτήν την αμοιβαιότητα και αντίθεση. Δεν είναι όλοι οι κύκλοι φαύλοι. Δεν είναι όλα τα αντιφατικά σκάρτα. Ούτε καλοί είναι όμως, ο προοδευτικός και ο συντηρητικός. Είναι απαραίτητοι. Κι κόσμος θα σταματήσει να κυλά τη στιγμή που ο Δάσκαλος γίνει προοδευτικός και ο Μαθητής συντηρητικός. Διότι ο Δάσκαλος, αν δεν γίνει ξανά Μαθητής, πεθαίνει. Και μετά;"
                                                                                                                                             -Έσθερ, 2½



-Κοίτα, Δάσκαλε, ο τρελός! ξεφώνισε ο Μαθητής και τέντωσε το δάχτυλο σε έναν άνθρωπο με γυρισμένη την πλάτη σ'εκείνον και τον συνομιλητή του.
-Είναι πολύ νωρίς γι' αυτό, του είπε ο Δάσκαλος στωικά.
-Για τι πράγμα είναι νωρίς, Δάσκαλε;
-Για να δείχνεις το δάχτυλο στους τρελούς. Για να καρφώνεις το βλέμμα στους παρανοϊκούς.
-Και γιατί; τον ρώτησε με πείσμα.
-Άκου τον Δάσκαλο, Μαθητή.
-Γιατί να σ'ακούσω, έτσι, χωρίς εξηγήσεις;
-Τι τις θες τις εξηγήσεις, καλέ; Νέο πάλι κι αυτό.
-Τις θέλω, φυσικά! Θέλω τις εξηγήσεις.
-Θέλω να καταλάβω πρώτα γιατί τις θέλεις. Και ύστερα θα το σκεφτώ για να στις δώσω.
-Ώχου! Άσε τότε. Θα το βρω μόνος μου.
-Αχ, και γιατί να κουράζεσαι;
-Γιατί αν το βρω μόνος μου, θα είναι σαν κι εμένα. Αν μου το πεις εσύ και το καταλάβω, θα είναι σαν εμένα με λίγο εσύ μέσα.
-Και τι το κακό έχει το λίγο απ' άλλους μέσα μας;
-Εγώ δεν θέλω άλλους μέσα μου.

Τα πουλιά βούτηξαν στο νερό. Ο ουρανός άρχισε να κρύβεται πίσω απ' τα βουνά και οι πέτρες με την άμμο υψώνονταν στη θέση του κι έχτιζαν αστέρια από λάσπη και αλμύρα. Ένα βιαστικό σκυλί πέρασε από μπροστά τους κρατώντας ένα χαρτοφύλακα ανάμεσα στα δόντια.

-Πόσους ανθρώπους προλαβαίνεις να ταΐσεις αν δεν φας πρώτα εσύ;
-Τι πράγμα;
-Πόσους θα μπορούσες εάν ήσουν φαγωμένος;
-Κατάλαβα. Μα αυτό είναι σκληρό και άδικο! Να κοιτάζω τον εαυτό μου πάνω απ' όλους.
-Εσύ δεν θες κανέναν μέσα σου.
-Ναι, άλλο αυτό. Τους θέλω να 'ναι καλά έξω μου όμως.
-Πόσο θ' άντεχε ο πλανήτης να 'ναι αγκρέμιστος, αν στηριζόταν μονάχα σ' ουρές γατίσιες κι εσύ έβγαζες τη δική σου απ' έξω για να μην κουραστεί;
-Άσ'τα αυτά. Πες μου για τους τρελούς. Γιατί είναι νωρίς;
-Σε αυτόν τον κόσμο που έμαθα να αναγνωρίζω με πανοπλία ή χωρίς, για να μπορείς να ταΐσεις πρέπει πρώτα να έχεις φάει. Την τρέλα για να την δείξεις με το δάχτυλο πρέπει πρώτα να την έχεις κοιτάξει μέσα σου.
-Μέσα μου; Εγώ δεν είμαι τρελός.
-Είσαι. Είσαι και τρελός. Είσαι όσα είναι ο κόσμος όλος.
-Αυτό δεν γίνεται!
-Θ'ακούσεις να λένε πως όσες είναι οι πραγματικότητες σε αυτόν τον κόσμο, τόσοι είναι και οι άνθρωποι. Εγώ θα σου πω και κάτι παραπάνω. Όσες είναι οι πραγματικότητες, όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσα κομμάτια έχουμε κι εμείς. Όσες είναι οι αλήθειες, τόσους ανθρώπους κρύβουμε μέσα μας. Τόσοι μπορούμε να είμαστε.
-Μα τότε, δεν θα 'μαστε όλοι ίδιοι; Αν είμαστε όλοι τα πάντα και οι πάντες..
-Όχι. Διότι όλα τα έχουμε μέσα μας. Αλλά δεν ξέρουμε τι θα μας τύχει στη ζωή να ενεργοποιήσουμε.
-Ναι, σωστό αυτό, το κατάλαβα. Εξαρτάται από το πού γεννιέμαι, ποιοι είναι οι γονείς μου, σε ποιο σχολείο θα πάω και τι φίλους θα βρω. Και μετά απ' τη χώρα μου και την οικονομία, ε;
-Όλα αυτά σου δίνουν ερεθίσματα για να ανακαλύψεις τα κομμάτια σου. Εσύ όμως πραγματικά ορίζεις ποια θα ενεργοποιηθούν, αν είσαι αρκετά δυνατός.
-Είμαι!
-Και αν μάθεις από μικρός τι θα πει έλεγχος του Εαυτού. Που Εαυτός σημαίνει Δυνάστης και Απελευθερωτής μαζί. Και Δυνάστης σημαίνει άλλα τόσα, και Απελευθερωτής το ίδιο.
-Μπερδεύτηκα. Δεν γίνεται να είναι τόσο ευέλικτα όλα. Δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Για παράδειγμα, εγώ τώρα δεν μπορώ να ελέγξω πώς θα θυμώσω αν μου κάνεις κάτι κακό, ή πώς θα χαρώ εάν με ευχαριστήσεις. Πώς θα σκεφτώ αν στεναχωρηθώ και πώς εάν με πληγώσεις ή μου κάνεις ένα δώρο. Αυτά μου βγαίνουν αυθόρμητα.
-Ναι, σου βγαίνουν αυθόρμητα. Όχι όμως επειδή ξέρεις ποιος είσαι και έχεις εκπαιδεύσει την ψυχή σου να αντιδρά με τον ορθό τρόπο. Αλλά επειδή δεν έχεις επίγνωση και έλεγχο, οπότε οι αντιδράσεις σου είναι αυθόρμητες και σε ελέγχουν εκείνες.
-Τι είναι η ψυχή; Και ποιος είναι ο ορθός τρόπος; Αυτά είναι αμφιλεγόμενα πράγματα. Και δεν ξέρω και αν υπάρχουν.
-Δεν υπάρχουν. Εμείς τα ορίζουμε. Ψυχή ορίζω εγώ την Ιδιοσυγκρασία σου που ξεχωρίζεται απ' το DNA σου, απ' το κορμί. Ψυχή λέω το Νου σου και τις φωνές μέσα στο κεφάλι σου που δεν είναι ακριβώς εσύ. Και ορθός είναι ο τρόπος που επιλέγεις, μονάχα και εφόσον έχεις εντοπίσει και αποκτήσει επίγνωση πάνω σε όλους τους ανθρώπους του πλανήτη. Δηλαδή σε όλα τα κομμάτια του εαυτού σου. Μόνο τότε θα ξέρεις το ορθό.
-Αυτό είναι ανέφικτο!! Εσύ δηλαδή μου λες ότι τα έχεις βρει όλα;
-Έχω βρει αρκετά. Όχι λόγω της ηλικίας του σώματος, αλλά της Ψυχής μου. Έχω πολύ δρόμο όμως ακόμα. Αλλά η επίγνωση ότι υπάρχουν όλοι οι άνθρωποι μέσα μου, μου αρκεί για να τους αγαπήσω και να θέλω να τους κάνω καλό. Μου αρκεί για να πασχίσω να ψάξω το ορθό για εκείνους και για εμένα μαζί. Και μόνο αυτό θα με πάει μπροστά.
-Πολλές αναλύσεις κάνεις! Εγώ νομίζω ότι το ορθό και το λάθος δεν υφίστανται. Ο καθένας μας τα 'χει διαφορετικά στο κεφάλι του και πράττει όπως νιώθει και θεωρεί εκείνος σωστά. Και έτσι υπάρχει διαφορετικότητα.
-Έχεις δίκιο, η διαφορετικότητα είναι υγεία των Ψυχών του πλανήτη! Όμως δεν αρκεί μονάχη της να στέκεται. Απαραίτητη για να την στεριώσει είναι η Αμοιβαιότητα της διαφορετικότητας αυτής!
-Δηλαδή;
-Δηλαδή, όλοι να αποδέχονται τη διαφορετικότητα όλων αμοιβαία. Η διαφωνία με το μένος να διαχωρίζονται, να μην γίνονται το ένα και το αυτό. Η συμφωνία με την αγάπη επίσης.

Η νύχτα απλώθηκε πάνω απ' τα λουλούδια και τα σύννεφα κατέβηκαν απαλά και χάιδεψαν τα λιβάδια. Οι λύκοι κρεμάστηκαν απ' τα δέντρα και οι νυχτερίδες αλυχτούσαν. Μια πυγολαμπίδα πλησίασε τον Μαθητή για να του κρατήσει συντροφιά.

-Εσύ λες ότι πρέπει να κάνουμε καλό στους άλλους. Μα, οι τρελοί μερικές φορές είναι κακοί. Είναι παρανοϊκοί και κάνουν κακό σε άλλους ανθρώπους.
-Την παράνοια του κόσμου, ξεφτέρι μου, για να την κατευνάσεις, πρώτα οφείλεις και απαιτείται να τη δεις να κυλάει από μέσα σου προς τον κόσμο. Για να σώσεις την πόλη απ' τη φωτιά, πρέπει πρώτα να γίνεις δράκος και να μάθεις να συγκρατείς τις δικές σου φλόγες. Σαν να λέμε, πρέπει πρώτα να σώσεις τον κόσμο από τον δικό σου εαυτό. Και τα σκυλιά.
-Τι τα σκυλιά;
-Τα λυσσασμένα σκυλιά. Για να τα φιμώσεις, πρώτα χρειάζεται να δεις εάν δύνασαι να ευθανατώσεις τους δαίμονες τους δικούς σου. Αλλιώς τι θες και μιλάς; Αλλιώς ποιον δείχνεις με το δάχτυλο; Ποιος σου 'δωσε την εξουσιοδότηση να μιλάς για Εμένα και τους δικούς μου Δυνάστες;
-Δυνάστες; Ποιοι Δυνάστες;
-Στον κόσμο που πατάς, ο τρελός που έδειξες με το δάχτυλο, είναι ο μόνος που δεν φοβάται τίποτα, εκτός απ' τους Δυνάστες.
-Και γιατί;
-Γιατί εκείνος ξέρει ότι σε αυτήν εδώ την τάξη πραγμάτων, στο έδαφος που πατάω και πατάς, ο θάνατος δεν μπορεί να υπάρξει. Εκείνος ξέρει ότι, όντας αυτός, δεν μπορεί να πεθάνει. Οπότε δεν έχει πραγματικούς φόβους να τον απασχολούν. Όταν ο θάνατος έρθει, εκείνος δεν θα 'ναι πια εδώ. Σε αυτόν τον κόσμο, ο φόβος που κυριαρχεί είναι ο πλασματικός. Και αυτό ο τρελός το ξέρει.
-Συνέχισε.
-Σε αυτήν την γήινη πραγματικότητα, που εγώ και εσύ ανασαίνουμε, ο φόβος είναι κάτι που εξαγοράζεται. Είναι μια ύλη πλασματική, που ο Δυνάστης μας της δίνει μορφές και την πλάθει. Και ο Δυνάστης μας, ο πραγματικός μας Δυνάστης, δεν είναι ποτέ κάποιος έξω από εμάς.
-Δηλαδή είμαστε εμείς ο Δυνάστης.
-"Εμείς" είμαστε πολλά πράγματα.
-Πολύ θεωρητικά τα λες, Δάσκαλε. Δεν μπορώ να σε ακούω! Τον φόβο δεν τον σπείρει κανένας Δυνάστης. Τον φόβο τον σπείρει ο πόλεμος! Και ο φασισμός. Ο φόβος είναι η φτώχεια, τα όπλα, το να μην έχεις να δώσεις στο παιδί σου να φάει.
-Πολύ ωραία όλα αυτά! Συμφωνώ, όλα αυτά είναι φόβος. Αλλά δεν είναι ο φόβος για τον Εαυτό και το Θάνατο, αυτόν που δεν έχει πια ο τρελός. Είναι ο φόβος για τον Άνθρωπο.
-Για τον άνθρωπο;
-Ο άνθρωπος σπείρει το φόβο, όχι ο φασισμός. Ο άνθρωπος κάνει το αίμα αθώων να κυλά, όχι ο πόλεμος. Ο άνθρωπος στερεί απ' το παιδί το γάλα, όχι η φτώχεια. Ο άνθρωπος τα έπλασε όλα αυτά. Ο άνθρωπος εξαγόρασε τον φόβο. Ο άνθρωπος έφτιαξε τον πλασματικό φόβο. Και όχι ο άνθρωπος αυτός καθεαυτός, αλλά-
-Αλλά ο Δυνάστης του ανθρώπου.
-Ακριβώς. Ο φασισμός, ο κομμουνισμός, ο φιλελευθερισμός, ο σοσιαλισμός, ο αναρχισμός. Όλα είναι πλαίσια ιδεατών και ιδανικών νοοτροπιών για τα θεμέλια κάποιας κοινωνίας, τα οποία έχουν πλάσει οι άνθρωποι που είδαν ένα ιδανικό και ολοκληρωμένο κομμάτι του εαυτού τους. Όμως, όλα αυτά αφορούν στο ιδανικό εκείνο ένα εκατομμυριοστό κομμάτι που κάποιος κατόρθωσε να δει μέσα του. Και συνεχίζουν να ανασαίνουν, σαν δεσμά ιδεολογικά, διότι πέφτουν πάνω στα κομμάτια που ο καθένας έχει ενισχύσει περισσότερο. Σκοντάφτουν δηλαδή..
-Τι εννοείς, σκοντάφτουν;
-Εννοώ ότι κανείς δεν μπορεί μια ζωή να 'ναι ιδανικός σε ένα κομμάτι του εαυτού του. Κανείς δεν μπορεί να απορρίπτει πάντοτε το Σκοτάδι και να επιδεικνύει το Φως. Όπως και κανείς δεν μπορεί να υποτιμά πάντοτε το Φως και να είναι αγκυροβολημένος στο Σκοτάδι. Και όλοι τους, σκοταδισμένοι και ευφώτιστοι, οραματίζονται αυτόν τον ιδανικό κόσμο που μέσα προσπαθούν να χωρέσουν, είτε τον εαυτό τους μονάχα και όσους πάνε στα βήματά του, είτε όλον τον κόσμο. Μα πώς να διαλέξω τι απ' τα δυο είναι το πιο εγωειδές;
-Μα δεν γίνεται αλλιώς. Κάπως πρέπει να ανατραπεί η καταπίεση, να αλλάξουν τα κοινωνικά δεδομένα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε έναν Προφήτη ή έναν Θεό. Κάτι πρέπει να γίνει και μάλιστα άμεσα. Κόσμος πεθαίνει και κόσμος που δεν πεθαίνει, πεινά και αργοπεθαίνει. Δεν έχω μια ζωή να χαθώ στις θεωρίες και τα πνεύματα.
-Συμφωνώ, όλα αυτά είναι επείγοντα και πρέπει να βρεθεί λύση! Αλλά δεν θα βρεθεί μέσα από μασημένες, φτυσμένες και ξαναμασημένες πνευματικές αλυσίδες, ηθικά δεσμά και δόγματα! Αλλά μέσα από τον άνθρωπο.
-Ο άνθρωπος είναι μέσα σε αυτά!
-Προηγουμένως, ανέφερες πολύ σωστά ότι πρέπει να κάνουμε καλό στους άλλους ανθρώπους. Αλλά για να το κάνουμε αυτό, πρέπει πρώτα να κάνουμε καλό στον εαυτό μας!
-Να φάμε πριν ταΐσουμε..
-Να τρελαθούμε πριν γίνουμε σώφρονες.
-Και να γίνουμε δράκοι πριν σβήσουμε τη φωτιά..
-Ακριβώς! Αλλιώς, εάν δεν αναγνωρίσουμε και αποδεχτούμε το κομμάτι του Σκότους μέσα μας, τον Δυνάστη μας, εάν δεν τον γνωρίσουμε και δεν τον αγαπήσουμε, τότε δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και να του κάνουμε καλό. Διότι ο Εαυτός είναι κατά ένα μεγάλο μέρος, ίσο με το άλλο κατά ιδιοσυγκρατική διάθεση, ο Δυνάστης μας. Και αν δεν αγαπήσουμε αυτόν, και δεν αγαπήσουμε τον Εαυτό μας, δεν θα μπορέσουμε να αγαπήσουμε και τους άλλους!
-Άρα;;;
-Άρα η Επανάσταση που ονειρεύονται τα νεαρά μυαλά σου, ξεκινάει πρώτα από εσένα.
-Α, το ξέρω. Το είπε και ο Τζιμ Μόρισον!
-Χαχαχα! Καλώς το είπε. Η νοοτροπία σου για την αλλαγή του κόσμου, πρέπει να είναι Ανθρωποκεντρική! Όχι μια εξιδανίκευση ιδεατών, ιστορικών γεγονότων, πρώην επαναστάσεων και μανιφέστων. Η αλλαγή και η αγάπη βρίσκεται εκεί που μόνο εσύ γνωρίζεις, δεν έχει γραφτεί πουθενά. Δεν θα τη βρεις σε βιβλία ιστορίας και πολιτικής φιλοσοφίας. Διότι όσο δεν αλλάζει ο άνθρωπος προς την ορθότητα και την ισορροπία, τόσο περισσότερο θα φθείρονται και οι ιδεολογικές θεωρίες που πάει να ακολουθήσει. Αφού κι εκείνες, είναι πλοία ταξιδιάρικα που κατοικούνται από ανθρώπους. Το αν θα βυθιστούν ή αν θα γκρεμίσουν κάποιο άλλο στο πέρασμά τους, εξαρτάται απ' το πλήρωμα και τον καπετάνιο μαζί.
-Αυτό είναι πολύ ξεκάθαρο! Αλλά και πολύ δύσκολο. Θα πάρει αιώνες.
-Φυσικά και είναι δύσκολο. Εάν συνέβαινε απ' ευθείας, θα άλλαζαν όλα ριζικά. Αλλά θέλει χρόνο και κόπο.. Και οι άνθρωποι δεν περιμένουν ούτε καν τον εαυτό τους. Δεν έχουν υπομονή.
-Γι' αυτό και όταν θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα, γίνονται παρορμητικοί και χρησιμοποιούν τη βία, σωστά;
-Για αυτό θα μιλήσουμε άλλη φορά. Να το θυμάσαι να μου το πεις, γιατί εγώ είμαι γέρος και ξεχνάω. Τώρα θα ήθελα να κοιτάξεις τον τρελό που έδειξες με το δάχτυλό σου, μια τελευταία φορά, και πριν σκεφτείς το οτιδήποτε, να περάσεις απ' το σπίτι σου για φαγητό.

Ο Δάσκαλος απομακρύνθηκε και άφησε τον Μαθητή κάτω από ένα νέφος με πυγολαμπίδες, να κοιτάζει αμήχανα και κλεφτά την γυρισμένη πλάτη του τρελού που είχε δείξει με το δάχτυλο. Μια φρενίτιδα παρορμητικότητας τον κυρίευσε, καθώς θέλησε να πλησιάσει εκείνον τον τρελό που στεκόταν απέναντι καθ'όλη τη διάρκεια της συζήτησης με το Δάσκαλο. Τέντωσε το κορμί του προς τα λασπωμένα αστέρια, θαύμασε την ομορφιά τους και βάδισε αποφασιστικά προς τον τρελό να τον συναντήσει. Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της γυρισμένης πλάτης του και ο τρελός έστρεψε ξαφνιασμένος το κεφάλι προς τον Μαθητή. Κι εκείνος αιφνιδιάστηκε όταν αντίκρισε απότομα το παραξενεμένο πρόσωπο του ίδιου του Δασκάλου του στο σώμα ενός αποξενωμένου τρελού..