Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Τριπ (λ) άρεις;

Ήμουν απλά εκεί. Δεν θυμάμαι ποιον πήγα να δω. Οι διάδρομοι ήταν πολύ λευκοί με λίγο γαλάζιο και η ατμόσφαιρα κρύα. Άνοιξα κατά τύχη την πόρτα, έψαχνα κάτι άλλο εγώ άλλωστε. Κι ήταν στην γωνία καθισμένη και ξυπόλητη, με ένα κάτασπρο φόρεμα που δεν θύμιζε τόσο τους διαδρόμους που με πάγωναν πάντα. Το πάτωμα ήταν λευκό και λείο, μύριζε χλωρίνη και φάρμακο. Θυμάμαι ότι έγραφε για τον εαυτό της συχνά, δεν θυμάμαι πότε την είχα δει τελευταία φορά ή αν την είχα δει ποτέ στη ζωή μου ή αν ήταν απόκομμα της φαντασίας μου και απλά έπεφτα τυχαία στα γραπτά κάποιας άγνωστης. Μπορεί και να μην ήταν καν αυτή που είχα στο νου μου εγώ. Ήξερα ότι επισκεπτόταν συχνά αυτό το δωμάτιο. Αισθανόμουν ότι την ήξερα καλά. Δεν κρατούσε τίποτα. Πήγα να πω ψέματα. Τα χέρια της ήταν κενά και τα είχε ακουμπήσει με ανοιχτές και τσιτωμένες τις παλάμες στο πάτωμα σαν να έδινε ώθηση να σηκωθεί, αλλά δεν σηκωνόταν. Τα πόδια της ήταν τεντωμένα κι ακουμπούσε το ένα τ'άλλο. Δεν φορούσε τίποτα εκτός από το φόρεμα, δεν φορούσε εσώρουχα. Τα μαλλιά της ήταν όπως ακριβώς τα περιέγραφε στα ποιήματά της και τα χείλη της το ίδιο. Υπήρχε κάτι που δεν με άφηνε να βγω από αυτό το δωμάτιο. Άνθρωποι σοβαροί με μακριές λευκές ή γαλάζιες μπλούζες μπαινόβγαιναν από το δωμάτιο αυτό, η πόρτα του οποίου ήταν παραδόξως φούξια. Σκέφτηκα να την πλησιάσω και να της μιλήσω, να της πω ότι μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεται, αλλά πως μερικές φορές τη βρίσκω λίγο ιδιόρρυθμη και τελειομανή, ν' αφήσει λιγάκι ελεύθερη την ποίησή της. Κάτι τέτοιο θα της έλεγα, δεν ξέρω. Ωστόσο, όταν κίνησα προς το μέρος της, μια μικροκαμωμένη κοπέλα που δούλευε εκεί-από αυτές με τις γαλάζιες μπλούζες-με πλησίασε και με ρώτησε αν ψάχνω κάτι. Της είπα πως ήρθα να δω τον, ε, δεν θυμάμαι τώρα ποιον είχα πάει να δω, και πως μάλλον χάθηκα. Εκείνη, με οδήγησε προς την φούξια πόρτα και μου έδειξε το δρόμο για το πού μπορώ να πληροφορηθώ γι' αυτό που ψάχνω. Δεν είχα άλλη επιλογή, ε, και δεν έσκαγα κιόλας, δεν είχα τόση περιέργεια να δω εκείνη, όχι τουλάχιστον μέχρι να γυρίσω να την κοιτάξω λίγο για τελευταία φορά, να αποτυπωθεί η εικόνα της στο νου μου για να την έχω ολοκληρωμένη όταν διαβάζω για 'κείνη-δε φημίζομαι και για τις ικανότητες της φαντασίας μου, θέλω να έχω δεδομένα. Και τότε την κοίταξα και με κοίταξε κι εκείνη, παρόλο που δε σήκωσε το βλέμμα της, απλώς ανέβασε λιγάκι τους βολβούς των ματιών της. Με κοίταξε μισοζαλισμένη κι είχε μαύρους κύκλους, έμοιαζε να μη βλέπει πραγματικά τη μορφή μου αλλά κάτι άλλο που ξεπεταγόταν απ' το μυαλό της και κάλυπτε το πρόσωπό μου με κάτι διαφορετικό, που ίσως εγώ να έπρεπε να γνωρίζω καλύτερα από εκείνη. Εντάξει, εγώ είμαι απλός άνθρωπος, δεν πήρα στα σοβαρά το βλέμμα και το ύφος της, ούτε τις σκέψεις μου. Αλλά με ήξερε. Ήξερα απ' το μπλογκ της ότι μένει στην ίδια πόλη με εμένα, οπότε ίσως και να με ήξερε, δεν γνωρίζω. Το μόνο που μου έμεινε μόλις βγήκα απ' το δωμάτιο, ήταν τα κατακόκκινα μάτια της με τις γραμμές σαν γρατζουνιές και ένα μυστήριο αλλόκοτο θέαμα, ένα θέαμα αλλαγής. Σαν να με κοίταξε με τρία διαφορετικά βλέμματα, σαν να με κοιτούσαν έξι μάτια ταυτόχρονα. Κατακόκκινα. Και μόλις γύρισα σπίτι, όλα ήταν κανονικά, συνηθισμένα, φυσιολογικά. Όμως, εγώ κοιτούσα τον καθρέφτη μου και τη σκεφτόμουν. Και ο καθρέφτης ήταν τόσο καθαρός και γλοιώδης, όσο και το πάτωμα του δωματίου όπου είδα εκείνη για πρώτη φορά από κοντά. Κι ωστόσο, εγώ, με πεντακάθαρο τον καθρέφτη μου, έγραψα για πρώτη φορά σε ένα τετράδιο που βρισκόταν μέσα στο συρτάρι του γραφείο μου. Δεν είχα ξαναγράψει. Υποθέτω πως αυτό είναι η έμπνευση, ή αυτή. "Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και ο καθρέφτης μου αιματοβαμμένος. Και τώρα, ποιος θα καθαρίσει;"

Εγώ δεν θέλω να γίνω συγγραφέας, εγώ απλά θα γράψω τουλάχιστον άλλες δυο φορές για εκείνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου