Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

0,333333333333333333333333333333333333333333333333333333333333333333333333333

- Τι έγινε;
- Τίποτα, απλά χτύπησα.
- Τι λες; Δεν είναι ένα απλό χτύπημα. Πώς το έπαθες αυτό;
- Φυσικά και δεν είναι ένα απλό χτύπημα, γελοίε.
- Ηρέμησε και πες μου. Τι σου συνέβη;
- Είναι ό,τι πιο σύνθετο έχω, ανίδεε.
- Εβίτα, απλώς πες μου τι σου συνέβη.
- (Γελάω) Και πού το ξέρεις;
- Ότι σου συνέβη κάτι; Έχεις χαζέψει απ' το χτύπημα! Το βλέπω!
- Όχι, όχι, γαμώτο, δεν μιλούσα γι αυτό. Για το πρώτο μιλούσα.
- Ποιο πρώτο;
- Το πρώτο που είπες, τι δεν καταλαβαίνεις; Το πρώτο.
- Εβίτα, δεν καταλαβαίνω τι στον πούτσο λες, μπορείς απλώς να-
- Να, να το! Να το, το είπες πάλι! Πόσο σίγουρος είσαι;
- Παρανοείς! Πες μου τι σκατά σου συνέβη, πώς το έπαθες αυτό;
- Χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο.
- Στον τοίχο; Πώς έπεσες;
- Γαμώ! Τι δεν κατάλαβες; Είπα ότι χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο. Δεν είπα ότι έπεσα πάνω στον τοίχο, ούτε ότι σκόνταψα πάνω στον τοίχο, ούτε ότι κάποιος με έσπρωξε πάνω στον τοίχο. Δεν είπα καν ότι ο τοίχος έπεσε πάνω μου. Είπα: Χτύπησα. Το. Κεφάλι. Μου. Στον. Γαμοτοίχο. 
- Τι εννοείς; Μόνη σου;
- Όχι βέβαια!
- Άρα κάποιος σε έσπρωξε.
- Όχι βέβαια.
- Δε σε καταλαβαίνω, ρε Εβίτα, πια.
- Να! Να το πάλι! Γι αυτό δεν με καταλαβαίνεις!
- Αι##μο~~ρρρ##ρραγ~~είς ~~~
-
Τι; Τι;
- Λ#έω, αι##μορρρ~~αγείςςς##ςςς!
- Χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο. Χτύπησα επιτέλους το κεφάλι μου στον τοίχο.... Κάτσε..
Τι κάνεις εκεί.. Πού με πας, πού με πάτε, τι είναι αυτός ο ήχος. Όχι, όχι!
Ποιος κάλεσε το ασθενοφόρο, μην τους ανοίξεις την πόρτα, μου το υπόσχεσαι;
- Παραλογίζεσαι, δεν ξέρεις τι λες! Εγώ τους φώναξα!
- Όχι! Όχι! Μη! Μην τους ανοίξεις, μην τους αφήσεις να με βγάλουν απ' το δωμάτιο. Όχι. Μη. Βοήθησέ με.
- Αυτό κάνω! Θα το καταλάβεις αργότερα, ησύχασε!




 Και ποιοι ήταν αυτοί πια; Που με έσυραν έξω απ' το δωμάτιο. Γιατί το έκαναν; Εγώ απλώς εκτελούσα τις διαταγές της. Που για πρώτη φορά ένιωθα πως είχε ανάγκη να εκτελέσω. Και να μ'εκτελέσω. Όχι για τίποτ' άλλο. Για να ελευθερωθεί. Να σπάσω το γαμοκεφάλι μου και να βγει έξω πια κι αυτή και ν'ακολουθήσει κι η άλλη. Να μην τις θάβω μέσα στην ανθρωπινή δειλία μου. Να ελευθερωθούν. Αλλά με έσυραν. Με έσυραν και τι νομίζουν πως κέρδισαν; Εκείνες είναι τώρα μέσα στο δωμάτιο, ανεξέλεγκτες, δίχως εμένα να τις ξεχωρίζω, να τις κρατώ στα πλάγια. Ενώνονται και τρώγονται. Κι όποιος μπει μες στο δωμάτιο θα φαγωθεί απευθείας. Τι νομίζουν πως ξέρουν; Και πώς με βοήθησαν εν τέλει; Ξέρω καλύτερα απ' τον καθένα κι είναι η πιο ψυχοφθόρα μου δικαίωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου