Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Hair and Skin

  Θυμάμαι πως εκείνη τη μέρα είχα στο μυαλό μου συνεχώς εξωτικά μέρη με καταρράκτες. Δεν σκέφτομαι συχνά έτσι, δεν ονειρεύομαι ξωτικά και νεράιδες, ούτε γοργόνες και σοφούς δράκους, δεν είναι ο κόσμος μου αυτός. Όμως έτυχε να ταξιδέψω τυχαία μια μέρα. Θυμάμαι επίσης πως κρατούσα ένα τόξο και έψαχνα το άλογό μου, δεν φορούσα παπούτσια, είχα χαθεί.
 

  Catori, Catori. Άκουγα συνεχώς εκείνες τις παράξενες φωνές. Catori, where are you?


  Ήμουν τρομοκρατημένη, δεν είμαι συχνά. Ένιωθα τον άνεμο να με διαπερνάει σαν διάφανος μανδύας από λευκή σκόνη, πεντακάθαρη. Η καθαρότητα πάντα με παραλύει, με ακινητοποιεί, με στοχεύει, με τυφλώνει. Η κοπέλα που περπατούσε δίπλα μου είχε χαθεί στην αμμώδη θύελλα που απειλούσε πως θα καταπιεί κι εμένα. Δε γνώριζα τις προθέσεις των παραισθήσεων και δεν είχα προλάβει να συγκρατήσω την τελευταία εικόνα απ' τον πραγματικό κόσμο στον οποίο πλέον θα βάδιζα αυτόματα, αποπροσανατολισμένα.
  Υπήρχε ουρανός, υπήρχαν σύννεφα, υπήρχε βροχή. Θυμάμαι ενδεικτικά τις επιθυμίες της βροχής εκείνη τη μέρα, θυμάμαι τη δίψα της για καταστροφή και τη δική μου για εξιλέωση. Οι σταγόνες έπεφταν στο δέρμα μου σαν μυτερές κρυστάλλινες πέτρες και το αίμα απ' τις πληγές μου κυλούσε σε αντίθετη πορεία, αντιστεκόταν στην πτώση, δεν κατρακυλούσε στο κορμί μου, δεν άγγιξε στιγμή το έδαφος. Δεν ένιωσα το χρώμα του να αλλοιώνεται, να σκουραίνει κατά την επαφή του με το υγρό χώμα, δεν ξεδίψασα τη γη με την καταστροφή μου.
  Οι ερυθρές εκείνες σταγόνες σκαρφάλωναν στα σημάδια του κορμιού μου και είχαν βάλει στόχο το κεφάλι μου. Γεγονός είναι ότι δε θα υπάρξει πλέον η στιγμή που θα απέχει απ' τις αισθήσεις μου η υφή της καυτερής λίμνης να ρέει αντίστροφα απ' τις κατάρες μου ως τις γωνίες του προσώπου μου, να καλύπτει ο πορφυρός χιτώνας με το άρωμά του τα χείλη μου, να μετατρέπει το οξυγόνο μου σε αιμάτινες σπίθες και-εν τέλει-να καρφώνεται στο βλέμμα μου και να εισχωρεί στις κόγχες των ματιών μου.
  
Catori, Catori. Where are you? Please, come back! Catori, please, come back, I need you.

  Πάλι εκείνες οι φωνές να χωρίζουν την ανάσα μου σε κοφτές περίφοβες αέρινες κραυγές. Δεν μπόρεσα να ξεφύγω ξανά απ' την παράνοια, απ' το παραλήρημα. Τα μάτια μου έτσουζαν απ' τη σκόνη, απ' την καθαρότητα της αφής της ή κι από τις πληγές που είχαν διεισδύσει μέσα μου. Μοχθούσα ασταμάτητα να κινηθώ, όμως είχα παραλύσει και τα πόδια μου βυθίζονταν σιγά σιγά στο έδαφος, το υγρό χώμα με βούλιαζε μέσα του και μου έσκιζε τις φλέβες.
  Ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω, να παραδοθώ, είχα ξεχάσει την παραίσθηση, ζούσα σε μια παράλληλη πραγματικότητα, δεν υπήρχε η παραμικρή αίσθηση ψευδαίσθησης, όλα ήταν αληθινά, λευκά και λεία. Εγώ ήμουν λευκή. Εγώ ήμουν λεία. Για μια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να ταλαντεύεται ανάμεσα στην αίσθηση της απόλυτης γαλήνης και στο σκηνικό της ανάγκης για μάχη, ανάγκης για να γυρίσω πίσω στο έδαφός μου-κι ας ήταν πάντοτε ασταθές.

 Catori, why can't you just come back? Please.. Help me!

  Ήμουν κρυσταλλωμένη απ' το φόβο και την αγωνία καθώς η φωνή εκείνη που έμοιαζε παιδική και αθώα ακουγόταν όλο και πιο κοντά μου, όλο και πιο βαθιά μέσα μου. Μέχρι που άρχισα να ακούω τους πρώτους καλπασμούς στην υγρή αυτή πλάνη. Ήταν η μοναδική στιγμή που ένιωσα το σώμα μου να αφήνεται ελεύθερο στην αέναη ροή της καταιγίδας, στο σκηνικό της απόλυτης αφοσίωσης στο σωτήριο πνεύμα που ένιωθα πως δεν είχε ακολουθήσει τη φυγή απ' τον δικό μου κόσμο.
  Καθώς η ομίχλη αποχωρούσε, από μέσα της γεννήθηκε ένα μικρό κοριτσάκι με ένα βαρύ σάκο γεμάτο βέλη στον ώμο που πάλευε να κρατήσει όσο πιο ψηλά μπορούσε, καθώς τα χάλκινα μαλλιά της έκρυβαν μέσα τους τα κατακόκκινα χείλη της με τις διάσπαρτες φακίδες στα μάγουλα και τη μύτη. Την ίδια στιγμή, ένιωσα κάτι να αναστατώνει την αδράνεια του εδάφους και αμέσως το υγρό χώμα με έφτυσε από μέσα του, με εκτόξευσε ψηλά στον αέρα και με εγκατέλειψε, με άφησε να προσγειωθώ με το κεφάλι πάνω σε κάτι σκουρόχρωμες πέτρες.
  Κι άλλοι καλπασμοί. Τους άκουγα παντού, αλλά δεν έβλεπα πουθενά την ψυχή εκείνη που περίμενα. Το κοριτσάκι είχε σταθεί δίπλα μου και έμοιαζε να μην μπορούσε να με δει, ήμουν διάφανη, είχα την απόχρωση των σκέψεών μου. Ήμουν διάφανη, όμως μπορούσα να νιώσω ξεκάθαρα τη ρίγη, τη βίαιη εξόρμηση του ψυχρού ανέμου στo στήθος μου. Μέχρι που τα μάτια της μικρής σκόνταψαν στις πληγές και τα σημάδια μου.

Catori! You found me! Where have you been? I couldn't make a step without you, don't you ever leave me alone again in this cold mad world! I've missed you so much, you can save me now! We can finally be together!

  Δεν ξέρω εάν ονειρευόμουν ή εάν ζούσα πραγματικά μέσα σε μια τόσο ρεαλιστική και πεντακάθαρη παραίσθηση, σε ένα από εκείνα τα λευκά μεγαλειώδη παιχνίδια του μυαλού μου, όμως οι καλπασμοί είχαν ξεσκίσει τα άκρα μου και είχαν εισχωρήσει σ' ολόκληρο το κορμί μου. Η μικρή με κοιτούσε, ένιωθα τις πληγές να ροκανίζουν την πλάτη μου, όμως ξεχώρισα καθαρά και σίγουρα μέσα σ' όλη αυτή την πλάνη ότι έπρεπε να κουβαλήσω εκείνο το κορίτσι και να το πάρω μαζί μου, να φύγουμε από εδώ.  
  


Το σκηνικό ξεθώριασε, ο μαγευτικά τρομακτικός κόσμος που δεν μου άνηκε κι όμως μου χάρισε πίσω κομμάτια μου είχε για μια ακόμη φορά εξαφανισθεί, όπως όλες οι εξωπραγματικές μου εμπειρίες, οι εικόνες και οι γεύσεις. Η κοπέλα που είχε χαθεί στην ομίχλη βάδιζε ξανά μαζί μου στο κέντρο της πόλης και το κορίτσι δεν βρισκόταν πουθενά, ούτε στις πλάτες μου.
Εγώ ήμουν ξανά μπερδεμένη, αν και θα 'πρεπε να 'χω συνηθίσει στα όνειρα της ημέρας, στις στιγμές που ξύπνια βυθίζομαι σε αβύσσους των σκοτεινών αναμνήσεών μου και ξεβράζομαι σε στοιχειωμένες ξένες ακτές ονειροπόλων περαστικών που απλώς γεύτηκα το άρωμά τους καθώς συγχρονίστηκα για μερικά δευτερόλεπτα στο βήμα τους, περνώντας από μέσα τους τυχαία σε κάποιο πεζοδρόμιο της πόλης.
Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι μονάχα ότι μετά την υποτιθέμενη και όχι και τόσο σίγουρη προσγείωσή μου, γνώρισα ένα αγόρι. Είναι απίστευτο το πώς μπορεί, εκτός απ'το βλέμμα, ένα απλό χαμόγελο να φανεί τόσο γαλήνιο που να σε διαπεράσει σαν τόξο και να σε ρίξει απ' το άλογό σου. Εγώ δεν ένιωσα γαλήνια, ένιωσα όμως ότι ήθελα να γνωρίσω εκείνον, τον δικό του γαλήνιο εαυτό, που έμοιαζε να προσπαθεί να πλάσει, με την αστραφτερή υφή της χαράς που εξέπεμπε, ένα παραμύθι στην πραγματικότητά του και να βαδίζει πλάι του, αφήνοντας στην άκρη κάθε σπιθαμή χλωμής και σκοτεινής πτυχής της σκουρόχρωμης ζωής του, έως ότου να κατορθώσει να γνωρίσει τη γλύκα που ονειρεύεται στον δικό του κόσμο, αυτόν που έχει χτίσει με τις εικόνες που θάβει στο μαξιλάρι του τα πρωινά.
Κι έπειτα έρχεται το βράδυ κι εκείνος βουτάει το κεφάλι του εκεί μέσα, μέχρι να μην αντέχει άλλο και να διακόψει την αναπνοή του επιβεβαιώνοντας τη φυγή του από αυτήν την πραγματικότητα, αυτήν την αληθοφανής παράσταση που του επιβλήθηκε στη στροφή της διαδρομής. Και ο ρόλος του θα είναι καθοριστικός και μέρος των επιλογών του.
Εύχομαι να μην πνιγεί μέσα σε αυτές. Κι ίσως κάποτε καταφέρω να τον γνωρίσω, να τον συναντήσω, να τον αγγίξω, να τον διαβάσω.
Γράφω για 'σένα, αυτό σημαίνει ότι δε θα πεθάνεις ποτέ.


- Catori, you're gonna hurt him, stop.
- Why would I hurt him? Why would I stop?
- Because you make people trust you and then you always hurt them.
- And how do you know? What makes you feel that?
- I am you, Catori.
- Why do you call me like that? 
- Don't you know?
- No, what does that mean?
- It means.. something. It means something that sounds and tastes and looks exactly like you.
- Wait, don't leave me little girl, I need the truth! What does that mean?


 Και χάθηκε κι εκείνη. Και τώρα όταν τον σκέφτομαι ακούω στο κεφάλι μου μελωδίες και στίχους..


  Your hair and your eyes
I saw them in the night
Your face, your disguise
I felt it in the night
Your cool clammy skin
it could be right beside me
I saw you swimming over here
you looked so fragile
And don't you know her eyes were red?

Your hair and your skin
I know my desire
I felt akin
to my desire

Your eyes and your face
I dreamed them in the night
I saw them swimming over there
And don't you know you're life itself?

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου